Αυτονόητο

Υπάρχει μια παράξενη, σχεδόν προκλητική ειρωνεία στο πώς η σύγχρονη κοινωνία αντιμετωπίζει το αυτονόητο. Ενώ θα έπρεπε να αποτελεί το σταθερό σημείο αναφοράς μας, εκείνο το ακλόνητο έδαφος πάνω στο οποίο οικοδομούμε την κρίση και τη σκέψη μας, αντίθετα έχει γίνει ένα εύπλαστο υλικό. Παραποιείται, διαστρεβλώνεται, μετατρέπεται σε κάτι βολικό για εκείνους που θέλουν να χτίσουν αφηγήματα πρόχειρα, εύκολα και συχνά παραπλανητικά. Και αν αυτό συνέβαινε μόνο σε μικρές, ασήμαντες καθημερινές στιγμές, ίσως να μην είχε τόση σημασία. Το πραγματικό πρόβλημα γεννιέται όταν η αλλοίωση του αυτονόητου γίνεται συστηματική, οργανωμένη, σχεδόν θεσμοθετημένη, ιδιαίτερα στον χώρο της πολιτικής, όπου το συμφέρον συνοδεύει την επιλεκτική μνήμη και τη δημιουργική ερμηνεία της πραγματικότητας.

Το αυτονόητο, τελικά, δεν είναι τόσο αυτονόητο. Χρειάζεται θάρρος για να το αναγνωρίσεις και να συμπορευθείς μαζί του. Κι όμως, πολλοί σήμερα συμπεριφέρονται σαν να είναι βάρος, σαν να τους ζητάει κάποιος να σηκώσουν ένα δυσβάσταχτο φορτίο, να παραδεχτούν αυτό που βλέπουν όλοι, να σχολιάσουν αυτό που είναι μπροστά στα μάτια τους, να αποδεχτούν την αλήθεια προτού επιχειρήσουν να τη στολίσουν με την δική τους εκδοχή.

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η παραποίηση του αυτονόητου δεν γίνεται πλέον με ντροπή ή αμηχανία, αλλά με αυτοπεποίθηση. Μια αυτοπεποίθηση σχεδόν θρασύτατη. Άνθρωποι σε καίριες θέσεις, από πολιτικούς μέχρι δημόσια πρόσωπα και δήθεν ειδικούς, δεν διστάζουν να παρουσιάσουν μια κατασκευασμένη εκδοχή της πραγματικότητας σαν να είναι η μόνη αλήθεια, να αρνηθούν στοιχεία, να αγνοήσουν δεδομένα, να παρουσιάσουν λογικά άλματα σαν αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις. Και το κάνουν με την πεποίθηση ότι το κοινό είτε δεν θα καταλάβει είτε δεν θα νοιαστεί αρκετά για να τους αμφισβητήσει.

Αυτή η πρακτική δεν αλλοιώνει μόνο γεγονότα, αλλοιώνει και την ίδια τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Όταν το αυτονόητο γίνεται διαπραγματεύσιμο, όταν ό,τι βλέπουμε και ακούμε πρέπει να περάσει από φίλτρα ερμηνειών τρίτων για να κριθεί αληθινό, τότε η δημόσια συζήτηση μοιάζει περισσότερο με παράσταση παρά με ανταλλαγή επιχειρημάτων. Οι λέξεις χρησιμοποιούνται όχι για να περιγράψουν τον κόσμο αλλά για να τον παραποιήσουν. Όχι για να φωτίσουν την αλήθεια αλλά για να την θολώσουν όσο χρειάζεται ώστε να χωρέσει σε όποιο αφήγημα βολεύει την εκάστοτε στιγμή.

Και αναρωτιέται κανείς, πώς γίνεται το απλό να γίνεται δυσνόητο; Πώς το προφανές μετατρέπεται σε αμφισβητήσιμο; Η απάντηση είναι σκληρή αλλά αληθινή, γιατί βολεύει. Η παραποίηση του αυτονόητου είναι ένα εργαλείο ισχύος. Όποιος μπορεί να πείσει ότι η πραγματικότητα δεν είναι αυτή που φαίνεται αλλά αυτή που περιγράφει, αποκτά ένα είδος ελέγχου πάνω στη σκέψη των άλλων. Δεν είναι μικρή υπόθεση. Είναι μια μορφή χειραγώγησης που λειτουργεί αθόρυβα, σταθερά, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι να γίνει συνήθεια.

Η ευθύνη, βέβαια, δεν ανήκει αποκλειστικά σε όσους αλλοιώνουν το αυτονόητο. Ανήκει και σε όσους το επιτρέπουν. Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, όπου η κάθε άποψη βρίσκει ένα κοινό που θέλει να την ακούσει, γίνεται εξαιρετικά εύκολο να συνηθίσουμε την παραμόρφωση, να την αποδεχτούμε ως φυσιολογική, να σταματήσουμε να εκπλησσόμαστε. Όταν το αυτονόητο πάψει να μας ενοχλεί όταν καταπατείται, τότε έχουμε ήδη χάσει κάτι σημαντικό, την ικανότητα να ξεχωρίζουμε το πραγματικό από το κατασκευασμένο.

Η πολιτική αποτελεί το πιο τρανταχτό παράδειγμα αυτής της παθολογίας. Εκεί, η διαστρέβλωση του αυτονόητου δεν είναι απλώς συχνή, είναι αναμενόμενη. Κάθε ευθύνη μεταφέρεται αλλού, κάθε παράλογο προσπαθεί να ντυθεί με μανδύα λογικής. Και το χειρότερο, συχνά βρίσκονται αρκετοί που χειροκροτούν αυτό το θέατρο, είτε από αφέλεια, είτε από ταύτιση, είτε από κούραση. Γιατί, τελικά, η αλήθεια κουράζει. Το αυτονόητο κουράζει. Απαιτεί εγρήγορση, σκέψη, κρίση αρετές που δεν είναι ούτε εύκολες ούτε διαδεδομένες όσο θα θέλαμε.

Όμως, όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι να θάψουν την πραγματικότητα κάτω από στρώματα ψευδών αφηγήσεων, υπάρχει μια αλήθεια που δεν αλλάζει, το αυτονόητο επιστρέφει. Μπορεί να καθυστερήσει, μπορεί να χαθεί προσωρινά, μπορεί να επισκιαστεί, αλλά στο τέλος επανέρχεται. Γιατί είναι εκεί, ακέραιο, αμείλικτο και σταθερό. Και όταν επιστρέφει, φέρνει μαζί του την αποκάλυψη.

Ίσως λοιπόν, σε έναν κόσμο που έχει κουραστεί από τη φλυαρία, τη διαστρέβλωση και την υπερβολή, να χρειαστεί να επιστρέψουμε σε αυτό που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένο, τη δύναμη του αυτονόητου. Την απλότητα που δεν έχει ανάγκη από στολίδια. Την καθαρότητα που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Μια δύναμη σκληρή, αθόρυβη και εντελώς αδιαπραγμάτευτη.

Και ίσως, τελικά, το αυτονόητο να μην είναι απλά κάτι που πρέπει να διαπιστώσουμε αλλά κάτι που πρέπει να υπερασπιστούμε.

Γιάννης Βαθυάς

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *