Τα παιδιά μας

Πέρυσι, την ημέρα της φωταγώγησης του χριστουγεννιάτικου δέντρου, μια μέρα που υποτίθεται πως είναι αφιερωμένη στο φως, στη χαρά και στη συλλογικότητα, κάποιοι κατέστρεψαν τα όμορφα σπιτάκια που είχαν δημιουργηθεί με κόπο, φροντίδα και κόστος. Το φθινόπωρο, έγιναν καταστροφές στο Λύκειο. Και χθες, τα στολίδια στα σπιτάκια κοντά στο δέντρο της Χώρας καταστράφηκαν ξανά, αυτή τη φορά μπροστά στα μάτια μου. Πρόλαβα μόνο να πω μισή λέξη στα παιδιά. Σε λίγα δευτερόλεπτα χάθηκαν στα σοκάκια, χωρίς καμία δυνατότητα αντίδρασης.

Δεν νιώθω θυμό. Νιώθω λύπη. Και απογοήτευση. Αλλά κυρίως σκέφτομαι. Τι είναι αυτό που οδηγεί τα παιδιά μας σε τέτοιες πράξεις; Γιατί τόση βία; Τι προσπαθούν να πουν μέσα από την καταστροφή; Τι τους λείπει; Τι δεν ακούσαμε; Τι δεν καταλάβαμε;

Δεν με αφορούν οι αφορισμοί. Ούτε οι κάμερες. Ούτε η τιμωρία. Αυτά είναι ίσως εύκολα. Είναι λύσεις γρήγορες, τεχνικές, που απαλύνουν το σύμπτωμα χωρίς να αγγίζουν την αιτία. Δεν πιστεύω ότι το πρόβλημα λύνεται με περισσότερη επιτήρηση, περισσότερη καταστολή ή περισσότερη τιμωρία. Γιατί μια κοινωνία που χρειάζεται συνεχώς κάμερες για να προστατεύσει τον δημόσιο χώρο και αλκοτέστ για να συγκρατήσει τους οδηγούς της, δεν είναι μια ώριμη κοινωνία. Είναι μια κοινωνία που δεν εμπιστεύεται τα μέλη της και, βαθύτερα, μια κοινωνία που δεν έχει φροντίσει να τα διαμορφώσει.

Το ζήτημα δεν είναι η καταστολή. Το ζήτημα είναι οι πολιτικές, κοινωνικές και ψυχικές δομές που δημιουργούν ώριμους πολίτες. Είναι το αν μαθαίνουμε στα παιδιά μας τι σημαίνει ευθύνη, σεβασμός, όριο και συνύπαρξη, όχι από φόβο για την ποινή, αλλά από εσωτερική κατανόηση. Γιατί όταν οι κανόνες τηρούνται μόνο υπό απειλή, τότε δεν μιλάμε για κοινωνία αξιών, αλλά για κοινωνία ελέγχου.

Με ενδιαφέρει μόνο ένα πράγμα, να μπορούσα να μιλήσω με αυτά τα παιδιά. Να τα ακούσω. Να μου εξηγήσουν πώς νιώθουν. Τι κουβαλούν μέσα τους. Τι τα βαραίνει, τι τα θυμώνει, τι τα απογοητεύει. Τι τα οδηγεί σε αυτές τις συμπεριφορές. Και ίσως μέσα από αυτόν τον διάλογο να μπορούσε να γεννηθεί κάτι θετικό. Κάτι αληθινό. Κάτι που να χτίζει αντί να γκρεμίζει.

Γιατί αν κάτι θέλουμε σίγουρα όλοι, είναι ένας καλύτερος κόσμος. Και τον θέλουμε πρώτα απ’ όλα για αυτά τα ίδια τα παιδιά. Τα παιδιά μας.

Συχνά μιλάμε για τη νεολαία σαν να είναι κάτι ξένο, αποκομμένο από εμάς. Σαν να εμφανίστηκε ξαφνικά, χωρίς παρελθόν, χωρίς πλαίσιο, χωρίς ευθύνη από την πλευρά των ενηλίκων. Όμως τα παιδιά δεν μεγαλώνουν στο κενό. Μεγαλώνουν μέσα σε οικογένειες, σχολεία, γειτονιές, κοινωνίες. Μεγαλώνουν βλέποντας, ακούγοντας, μιμούμενα. Μεγαλώνουν μέσα σε ένα περιβάλλον που συχνά χαρακτηρίζεται από άγχος, ματαίωση, έλλειψη προοπτικής, φωνές και σιωπές.

Αν υπάρχει βία, απουσία νοήματος και έλλειψη ουσιαστικού διαλόγου γύρω τους, κάποια στιγμή αυτά θα βρουν τρόπο να εκφραστούν. Κι αν δεν βρίσκουν λόγια, βρίσκουν πράξεις. Η καταστροφή δεν είναι πάντα απλώς κακή συμπεριφορά. Πολλές φορές είναι κραυγή. Είναι ένας τρόπος να πεις είμαι εδώ, δείτε με, κάτι δεν πάει καλά. Όχι για να δικαιολογήσουμε, αλλά για να κατανοήσουμε. Γιατί χωρίς κατανόηση, δεν υπάρχει λύση. Υπάρχει μόνο επανάληψη.

Η πλειονότητα των παιδιών έχει άριστη κοινωνική συμπεριφορά. Δημιουργεί, συμμετέχει, σέβεται, νοιάζεται. Αυτά τα παιδιά συχνά δεν ακούγονται, γιατί δεν προκαλούν θόρυβο. Όμως υπάρχουν. Και είναι η απόδειξη ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Ότι δεν έχουμε αποτύχει ολοκληρωτικά.

Το ερώτημα όμως παραμένει, τι κάνουμε για εκείνα τα λίγα που χάνονται στα σοκάκια, κυριολεκτικά και μεταφορικά; Τι κάνουμε για τα παιδιά που δεν βρίσκουν χώρο να μιλήσουν, να εκφραστούν, να νιώσουν ότι ανήκουν; Τι κάνουμε όταν η κοινωνία μας ζητά από αυτά να είναι «καλά παιδιά», χωρίς να τους δίνει τα εργαλεία, τον χρόνο, την προσοχή και την αγάπη που χρειάζονται για να γίνουν τέτοια;

Ίσως η απάντηση να μην είναι ένα μέτρο, ένας νόμος ή μια κάμερα. Ίσως να είναι μια συζήτηση. Ένα ανοιχτό αυτί. Ένα σχολείο που δεν λειτουργεί μόνο ως μηχανισμός αξιολόγησης. Μια οικογένεια που έχει χρόνο. Μια κοινότητα που δεν αποστρέφεται, αλλά αγκαλιάζει. Ένας χώρος όπου τα παιδιά μπορούν να πουν την αλήθεια τους χωρίς φόβο, ακόμα κι αν αυτή η αλήθεια μας πονάει.

Γιατί η ωριμότητα μιας κοινωνίας δεν μετριέται από το πόσο αυστηρά τιμωρεί, αλλά από το πόσο καλά προλαμβάνει. Από το πόσο φροντίζει. Από το αν μπορεί να διαμορφώνει ανθρώπους που δεν χρειάζονται επιτήρηση για να πράττουν σωστά.

Αν δεν το καταφέρουμε, τότε ναι, θα έχουμε αποτύχει. Όχι επειδή κάποιο στολίδι έσπασε ή κάποιο σπιτάκι καταστράφηκε. Αλλά επειδή δεν καταφέραμε να προστατεύσουμε κάτι πολύ πιο εύθραυστο και πολύ πιο πολύτιμο, τα παιδιά μας.

Γιάννης Βαθυάς

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *