
Το Μπατσί το πρωτογνώρισα γρήγορα, καθώς ο ερχομός μου στο νησί συνέπεσε με τον εορτασμό του Αγίου Φιλίππου. Η θέα από τον ναό, είτε πρωί είτε βράδυ, είναι συγκλονιστική, ένα άνοιγμα προς το Αιγαίο που σε καθηλώνει, που σου επιβάλλει σιωπή. Ακόμα πιο μαγική, όμως, είναι η θέα προς τον ναό, όταν τα φώτα τον στολίζουν και το σκοτάδι αγκαλιάζει τις πλαγιές. Από τότε πήγα αρκετές φορές. Άλλοτε μέσα στη θερινή διακοπή κυκλοφορίας, ασφυκτικά περικυκλωμένος από την τουριστική κοσμοπλημμύρα, άλλοτε, όπως απόψε, μέσα στην ησυχία και την άγρια ομορφιά της χειμωνιάτικης νύχτας, με τη βουή του ανέμου και των κυμάτων να παρασύρει, έστω στιγμιαία, σκέψεις και συναισθήματα.
Απόψε ήταν μια διαφορετική βραδιά. Όχι μόνο λόγω του ισχυρού Γαρμπή, με τις ριπές του ανέμου να φτάνουν τα 55 χιλιόμετρα την ώρα, αλλά επειδή συνέβαινε κάτι ουσιαστικό. Κάτι που ξεπερνούσε τη φυσική ένταση της νύχτας και άγγιζε το μέλλον του τόπου. Στον πρόσφατα ανακαινισμένο από τη δημοτική αρχή πολυχώρο του Μπατσίου πραγματοποιήθηκε ενημέρωση για τις εν εξελίξει διαδικασίες του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου. Παρούσα η δημοτική αρχή, μέλη της αντιπολίτευσης, αλλά κυρίως πολλοί κάτοικοι, όχι μόνο του Μπατσίου, αλλά και από τους γύρω οικισμούς. Παρόντες με πρόδηλο ενδιαφέρον κι ο παπά Νικόλας κι ο παπά Μιχάλης. Η αίθουσα γεμάτη, τα βλέμματα προσηλωμένα, η αίσθηση πως αυτό που συζητιόταν αφορούσε όλους.
Η παρουσίαση ήταν άρτια. Οι εξηγήσεις σαφείς, χωρίς περιττές τεχνικές υπεκφυγές. Ο σχεδιασμός για τις επόμενες κινήσεις ευκρινής, μέσα σε έναν διάλογο απολύτως ουσιαστικό και φορτισμένο με αίσθημα ευθύνης. Δεν έλειψαν οι στιγμές που οι τόνοι ανέβηκαν. Ήταν, όμως, εκείνες οι στιγμές που φανερώνουν υπευθυνότητα, ενδιαφέρον, αγωνία, συμμετοχή. Όταν μιλάς για τον τόπο σου, δεν μπορείς να είσαι αδιάφορος.
Κι όμως, μόλις έβγαινες ξανά έξω, όλα έπαιρναν τη θέση τους. Ο άνεμος σε χτυπούσε κατά πρόσωπο, τα κύματα έσπαγαν με δύναμη στην ακτή και το Μπατσί, απαλλαγμένο από τον θόρυβο του καλοκαιριού, αποκάλυπτε τον αληθινό του εαυτό. Ένα τουριστικό θέρετρο που τον χειμώνα μεταμορφώνεται σε τόπο σχεδόν μυστικό, αυστηρό και γοητευτικό μαζί.
Τα κλειστά μαγαζιά, τα άδεια τραπεζάκια, τα λιγοστά φώτα δεν σημαίνουν εγκατάλειψη. Σημαίνουν ανάσα. Σημαίνουν χώρο για να ακουστεί η φύση, για να νιώσει κανείς το τοπίο χωρίς φίλτρα. Ο χειμωνιάτικος ουρανός χαμηλώνει, τα σύννεφα τρέχουν, και το χωριό μοιάζει να στέκεται αγέρωχο απέναντι στα στοιχεία, όπως έκανε πάντα.
Σε τέτοιες νύχτες καταλαβαίνεις γιατί ο σχεδιασμός, η πολεοδομία, οι αποφάσεις για το μέλλον έχουν σημασία. Γιατί δεν αφορούν μόνο τη δόμηση ή τους χάρτες, αλλά τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην ανθρώπινη παρουσία και την άγρια ομορφιά που κάνει αυτόν τον τόπο μοναδικό. Το Μπατσί δεν είναι μόνο εικόνα καλοκαιρινής ευφορίας, είναι και αυτό το χειμωνιάτικο σκηνικό, αυθεντικό, απαιτητικό, σχεδόν ποιητικό.
Φεύγοντας, με τον άνεμο να συνεχίζει ακάθεκτος το έργο του, ένιωθα αυτή τη νυχτερινή ευφορία. Για τη συζήτηση, για τις φωνές, για τις ανησυχίες. Μα κυρίως για το ίδιο το Μπατσί, έτσι όπως στέκεται τον χειμώνα, γυμνό από στολίδια, μα πλούσιο σε χαρακτήρα. Ένας τόπος που δεν σου χαρίζεται εύκολα, αλλά αν τον νιώσεις, σε ανταμείβει γενναιόδωρα. Όπως με εκείνο το ένα τσίπουρο πριν από την αναχώρηση.
Γιάννης Βαθυάς