
Υπάρχουν στιγμές στη δημόσια ζωή που νιώθεις πως η ιστορία δεν γράφεται με μελάνι, αλλά με εκείνη τη λεπτή σκόνη που αφήνουν τα χαλιά όταν τα τινάζεις από το μπαλκόνι. Σηκώνεται σύννεφο, όλοι βήχουν, κανείς δεν βλέπει καθαρά και στο τέλος κάποιος φωνάζει πως φταίει ο αέρας. Είμαστε, λοιπόν, μια ωραία ατμόσφαιρα, όπως λέει και η κλασική ατάκα του κινηματογράφου. Με καρέκλες σε παράταξη, μικρόφωνα που τρίζουν σαν παλιά παράθυρα και βλέμματα που διασταυρώνονται με τη στοργή μονομάχων πριν από την αναμέτρηση.
Η δημοκρατία σε μικρή κλίμακα έχει τη γοητεία καφενείου. Όλοι γνωρίζονται με το μικρό τους όνομα κι όλοι θυμούνται τι είχε ειπωθεί πριν από κάμποσα καλοκαίρια, στις έντεκα και τέταρτο το βράδυ, όταν κάποιος είχε δεσμευτεί επί της αρχής. Η αρχή, βέβαια, έκτοτε μετακινήθηκε, διευρύνθηκε, στρογγυλοποιήθηκε. Όπως τα τραπέζια, από ορθογώνια έγιναν στρογγυλά, για να μη φαίνονται οι γωνίες. Οι γωνίες είναι επικίνδυνες, σκοντάφτεις και θυμώνεις.
Στις συνεδριάσεις αυτές δεν ανταλλάσσονται απλώς επιχειρήματα. Ανταλλάσσονται βλέμματα, μορφασμοί. Υπάρχει πάντα ένας που μιλά για θεσμούς με τόση έμφαση, που οι θεσμοί ιδρώνουν. Υπάρχει κι άλλος που επικαλείται τον λαό με τόση συχνότητα, που ο λαός σκέφτεται να ζητήσει πνευματικά δικαιώματα. Κι ανάμεσά τους, η λογική προσπαθεί να περάσει τον δρόμο, αλλά δεν βρίσκει διάβαση πεζών.
Το ωραίο με την πολιτική αιχμή είναι ότι μοιάζει με καρφίτσα. Αν την κρατάς σωστά, στολίζει, αν την κρατάς ανάποδα, τρυπάς τον εαυτό σου. Κάποιοι μπαίνουν στην αίθουσα με την καρφίτσα έτοιμη, γυαλισμένη, αποφασισμένοι να καρφιτσώσουν ευθύνες σε πέτα. Άλλοι προτιμούν το βελούδο των γενικοτήτων. Να δούμε το συνολικό πλαίσιο, λένε, κι όσο το πλαίσιο μεγαλώνει, τόσο μικραίνει το κάδρο. Στο τέλος μένει μόνο η κορνίζα.
Κάθε κοινωνία είναι ένα θέατρο χωρίς αυλαία. Οι φιγούρες προβάλλονται κατευθείαν στον τοίχο της πραγματικότητας και οι ρόλοι μοιράζονται χωρίς δοκιμαστικά. Κάποιοι φορούν την ευθύνη σαν καλοσιδερωμένο σακάκι, άλλοι τη ρίχνουν πρόχειρα στους ώμους, έτοιμοι να τη βγάλουν αν ζεστάνει η συζήτηση. Το κοινό παρακολουθεί με εκείνο το λεπτό μουρμουρητό που κάνει όταν δεν ξέρει αν πρέπει να χειροκροτήσει ή να ζητήσει τα ρέστα.
Στην καρδιά της ωραίας ατμόσφαιρας βρίσκεται πάντα μια λέξη που μοιάζει αθώα, λογοδοσία. Λέξη με γωνίες, είπαμε, που θέλει προσοχή. Γιατί η λογοδοσία δεν είναι μικρόφωνο, είναι καθρέφτης. Κι ο καθρέφτης δεν φταίει αν δεν μας αρέσει το είδωλο. Όμως, αντί να κοιταχτούμε, συχνά προτιμούμε να συζητούμε για το πλαίσιο του καθρέφτη, για το αν κρέμεται σωστά, για το αν η βίδα είναι γερμανική ή εγχώριας παραγωγής. Το είδωλο περιμένει.
Και βέβαια, υπάρχει και η ύστατη πράξη πολιτικής αξιοπρέπειας ή πολιτικού εκνευρισμού, αναλόγως πώς το βλέπει κανείς, όταν κάτι δεν μας αρέσει, αποχωρούμε. Σηκωνόμαστε με θόρυβο καρέκλας, μαζεύουμε τα χαρτιά μας με τη σοβαρότητα πρέσβη που ανακαλείται και αφήνουμε πίσω μια αίθουσα που βουίζει από ερμηνείες. Η αποχώρηση είναι η πιο ηχηρή σιωπή. Δηλώνει διαφωνία, διαμαρτυρία, ενίοτε και ανακούφιση. Στην ωραία μας ατμόσφαιρα, ακόμη και η απουσία συμμετέχει ενεργά.
Κάποιος θα πει πως όλα αυτά είναι υπερβολές. Ότι σε κάθε συλλογικό όργανο υπάρχει ένταση, πάθος, διαφωνία. Σωστό. Η διαφωνία είναι το αλάτι της δημοκρατίας. Χωρίς αυτήν, τρώμε άνοστα. Με υπερβολικό αλάτι, όμως, ανεβαίνει η πίεση. Κι εδώ, η πίεση συχνά ανεβαίνει με τη χάρη παλιού ασανσέρ. Κάνει θόρυβο, τρεμοπαίζει, αλλά τελικά φτάνει στον όροφο. Το ερώτημα είναι ποιος πατάει τα κουμπιά και ποιος κατεβαίνει πριν φτάσει.
Στην ωραία ατμόσφαιρα όλοι κρατούν σημειώσεις. Σημειώνουν τι ειπώθηκε, τι δεν ειπώθηκε, τι υπονοήθηκε. Η υπονόηση είναι το εθνικό μας σπορ. Δεν λέμε έκανες λάθος, λέμε θα μπορούσε να είχε γίνει και αλλιώς. Δεν λέμε διαφωνώ κάθετα, λέμε με όλο τον σεβασμό. Ο σεβασμός έχει γίνει η πιο ευέλικτη λέξη του λεξικού. Χωράει πριν από κάθε αιχμή, σαν σιδερένιος προφυλακτήρας σε παλιό αυτοκίνητο.
Η ωραία ατμόσφαιρα δεν είναι παρά ο καθρέφτης μας. Αν γελάσουμε με τον εαυτό μας, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα. Αν παραδεχτούμε πως καμιά φορά μπερδεύουμε την προσωπική πικρία με το δημόσιο συμφέρον, έχουμε κάνει το δεύτερο. Κι αν αποφασίσουμε ότι η λογοδοσία δεν είναι μονομαχία αλλά κοινόχρηστο εργαλείο, τότε ίσως το έργο αποκτήσει πλοκή.
Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να ζούμε σε αυτή τη γοητευτική, εκνευριστική, βαθιά ανθρώπινη σκηνή. Με τα μικρόφωνα να τρίζουν, τα βλέμματα να πετούν σπίθες και τις ατάκες να γράφουν ιστορία στα πρακτικά. Θα σηκωνόμαστε, θα καθόμαστε, θα χειροκροτούμε ειρωνικά ή ειλικρινά και, αν χρειαστεί, θα αποχωρούμε. Και κάθε φορά που η ένταση θα φτάνει στο κόκκινο, κάποιος μέσα μας, ίσως ο πιο σοφός, ίσως ο πιο κουρασμένος, θα ψιθυρίζει με εκείνο το γνώριμο μειδίαμα: Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα…
Γιάννης Βαθυάς