
Η πορεία άρχισε από τη Χώρα, όταν το σκοτάδι είχε ήδη πυκνώσει και ο άνεμος ήταν καιρικό φαινόμενο και συνοδοιπόρος συγχρόνως. Ένας άνεμος που δεν φυσούσε μόνο στους δρόμους, αλλά παρέσερνε σκέψεις, μνήμες και ψυχές.
Στα δεξιά μας αφήσαμε τις Στενιές, περάσαμε από τα Αποίκια, τη Βουρκωτή και την Άρνη μια διαδρομή γενναιόδωρη, που κουβαλά ακόμη τον παλμό της παλιάς Άνδρου. Ο δρόμος δεν ήταν μόνο η διαδρομή αλλά και η μετάβαση από το έξω στο μέσα, από το κρύο στη ζεστασιά. Αυτό είναι η Κατάκοιλος, ένα χωριό που αντλεί τη ζεστασιά της από τους ανθρώπους και από τη φύση που δεν σταματά να προσφέρει.
Ο χώρος που μας υποδέχτηκε ήταν ζεστός και φιλόξενος, διακριτικά και όμορφα στολισμένος, χωρίς υπερβολές, χωρίς επίδειξη. Ένας χώρος που δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει, αλλά να αγκαλιάσει. Και το κατάφερε. Η κοπή της πίτας του Συλλόγου Κατάκοιλος Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήταν μια συνάντηση ανθρώπων που γνωρίζουν να μοιράζονται τον χρόνο, τον λόγο και τη σιωπή.
Η παρουσία της Επάρχου και δύο Αντιδημάρχων έδωσε θεσμικό τόνο και συμπλήρωσε την ουσία που βρισκόταν στα βλέμματα, στα χαμόγελα, στη φιλοξενία που απλωνόταν γενναιόδωρα, σαν ένα πέρασμα από το τυπικό στο ουσιαστικό.
Η Κατάκοιλος μάς έδωσε την αίσθηση της ζεστασιάς που αντιστάθηκε στον άνεμο, του φωτός που δεν χρειάστηκε πολλά λόγια, μια υπενθύμιση πως οι κοινότητες δεν χτίζονται με κοινοτυπίες, αλλά με αυθεντικές στιγμές.
Και καθώς ο άνεμος συνέχιζε την πορεία του έξω, μέσα είχε ήδη καταλαγιάσει. Γιατί όταν οι άνθρωποι συναντιούνται αληθινά, ακόμη και ο άνεμος βρίσκει λόγο να σωπάσει, προσφέροντας μια επιστροφή γαλήνης.
Γιάννης Βαθυάς