Ο έρωτας και τα κλειδιά των σχέσεων

Ο έρωτας και οι ανθρώπινες σχέσεις μοιάζουν με ένα παλιό, πολύπλοκο σύστημα από κλειδιά και κλειδαριές. Κάθε άνθρωπος κουβαλά τα δικά του σχήματα, τις δικές του φθορές, τις δικές του μυστικές εγκοπές, ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ ολόκληρες, φόβους που δεν ομολογήθηκαν ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Σε έναν κόσμο που διψά για ένωση, οι άνθρωποι συχνά αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στο να αποδείξουν πόσο διαφορετικοί είναι, παρά στο να ανακαλύψουν πόσο μοιάζουν. Ήδη από την αρχαία σκέψη, στον Πλάτωνα, ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη που ωθεί τον άνθρωπο προς κάτι που του λείπει, προς μια μορφή πληρότητας που δεν είναι απλώς συναισθηματική αλλά υπαρξιακή.

Οι μέρες αυτές του Φεβρουαρίου λειτουργούν σαν καθρέφτης. Όχι τόσο του έρωτα, όσο της ανθρώπινης ανάγκης να ανήκει κάπου. Να τον κοιτάζει κάποιος και να τον αναγνωρίζει. Να μπορεί να πει είμαι εδώ και να λάβει απάντηση σε βλέπω. Και όμως, αυτή η απλή ανάγκη είναι η πιο δύσκολη να ικανοποιηθεί, γιατί προϋποθέτει να αφήσεις κάποιον να σε δει χωρίς άμυνες. Στην αριστοτελική σκέψη, η βαθιά ανθρώπινη σχέση δεν είναι συγχώνευση αλλά συνύπαρξη, δύο άνθρωποι που στέκονται δίπλα ο ένας στον άλλο ως ξεχωριστές αλλά συνδεδεμένες υπάρξεις.

Το πραγματικό σ’ αγαπώ δεν είναι ρομαντική στιγμή. Είναι υπαρξιακή απόφαση. Δεν είναι μόνο συναίσθημα, είναι ευθύνη. Είναι η σιωπηλή αποδοχή ότι ο άλλος δεν θα γίνει ποτέ ακριβώς αυτό που θα θέλαμε. Ότι θα κουβαλά πάντα κάτι ξένο προς εμάς. Και παρόλα αυτά, επιλέγουμε να μείνουμε. Επιλέγουμε να σταθούμε δίπλα του όχι επειδή συμπληρώνει τα κενά μας, αλλά επειδή αποδεχόμαστε ότι και οι δύο είμαστε ατελείς. Κάτι που θυμίζει έντονα την ιδέα της αγάπης ως συνειδητής επιλογής, ένα άλμα πίστης χωρίς εγγυήσεις.

Οι άνθρωποι όμως έχουν μια παράξενη συνήθεια. Μπορούν να μοιράζονται το ίδιο σπίτι και να συγκρούονται για λεπτομέρειες. Μπορούν να έχουν κοινές αξίες και να τσακώνονται για τον τρόπο έκφρασής τους. Μπορούν να θέλουν το ίδιο μέλλον και να διαφωνούν για τη διαδρομή. Στην κοινωνία, στην εργασία, στην πολιτική, ακόμα και στις πιο προσωπικές σχέσεις, μοιάζουν να ψάχνουν αυτό που τους χωρίζει. Σαν να φοβούνται ότι αν συμφωνήσουν απόλυτα, θα χαθεί κάτι από την ταυτότητά τους.

Ίσως γιατί η ένωση απαιτεί ευαλωτότητα. Και η ευαλωτότητα είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος. Είναι πιο εύκολο να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου, παρά να τον προσφέρεις. Πιο εύκολο να υψώνεις επιχειρήματα, παρά να λες αλήθειες. Πιο εύκολο να κρατάς απόσταση, παρά να διακινδυνεύεις να πληγωθείς.

Κάπου εκεί γεννιέται και το υπαρξιακό παράδοξο των σχέσεων. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τον άλλον για να νιώσει ότι υπάρχει. Και ταυτόχρονα, φοβάται τον άλλον, γιατί ο άλλος έχει τη δύναμη να τον καθορίσει, να τον απορρίψει, να τον δει όπως πραγματικά είναι. Όπως περιγράφει ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο άλλος είναι ταυτόχρονα καθρέφτης και απειλή. Μέσα από το βλέμμα του αποκτούμε ύπαρξη, αλλά ταυτόχρονα χάνουμε την ψευδαίσθηση του πλήρους ελέγχου του εαυτού μας. Η αγάπη, σε αυτή τη διάσταση, δεν είναι μόνο ένωση. Είναι και ρίσκο. Είναι η αποδοχή ότι δεν μπορείς να ελέγξεις πώς θα σε δει ο άλλος, ούτε αν θα μείνει.

Η γιορτή των ερωτευμένων, μέσα σε όλο αυτό, μοιάζει σχεδόν ειρωνική. Σαν να προσπαθεί να χωρέσει κάτι άγριο και ακαθόριστο μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο. Σαν να λέει ότι η αγάπη μπορεί να οργανωθεί, να προγραμματιστεί, να αποδειχθεί μέσα από σύμβολα και πράξεις. Σε ένα επίπεδο, αυτό είναι πράγματι απλοποίηση. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι η αγάπη είναι εύκολη, αν απλώς τη θυμηθείς μια συγκεκριμένη μέρα.

Αλλά η αλήθεια είναι πιο σύνθετη. Γιατί ακόμη κι αν είναι ατελής, ακόμη κι αν είναι εμπορική, λειτουργεί σαν μια παύση. Σαν μια στιγμή όπου οι άνθρωποι θυμούνται ότι δεν είναι φτιαγμένοι για απομόνωση. Ότι, όσο κι αν προσπαθούν να είναι αυτάρκεις, βαθιά μέσα τους ζητούν να τους κρατήσει κάποιος από το χέρι, κυριολεκτικά ή μεταφορικά.

Το πρόβλημα δεν είναι οι γιορτές. Το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι φοβόμαστε την εγγύτητα. Γιατί η εγγύτητα σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να δει τις ρωγμές σου. Να δει τα λάθη σου, τις ανασφάλειες σου, την αβεβαιότητά σου. Και τότε πρέπει να αποφασίσεις αν θα κλείσεις την πόρτα ή θα αφήσεις κάποιον να μπει. Η εποχή μας φοβάται ακριβώς αυτή την έκθεση, προτιμά την επιφανειακή σύνδεση από την πραγματική εγγύτητα.

Η αγάπη, δεν είναι λύση στο υπαρξιακό άγχος. Δεν είναι εγγύηση ευτυχίας. Δεν είναι ασφάλεια. Είναι παρουσία. Είναι η σιωπηλή συμφωνία ότι δύο άνθρωποι θα προχωρήσουν μαζί μέσα σε έναν κόσμο που δεν υπόσχεται τίποτα σε κανέναν. Είναι η αποδοχή ότι μπορεί να χαθούν, να αλλάξουν, να απομακρυνθούν, αλλά για όσο διαρκεί, θα είναι αληθινό.

Οι άνθρωποι συχνά περιμένουν από την αγάπη να τους σώσει. Αλλά η αγάπη δεν σώζει. Η αγάπη αποκαλύπτει. Δείχνει ποιοι είμαστε όταν κάποιος μας κοιτάζει πραγματικά. Και αυτό, μερικές φορές, είναι πιο δύσκολο από τη μοναξιά. Οι σχέσεις μοιάζουν με πόρτες που ανοίγουν προς δύο κατευθύνσεις. Από τη μία, προς τον άλλον. Από την άλλη, προς τον εαυτό μας. Και κάθε φορά που επιλέγουμε να αγαπήσουμε, διακινδυνεύουμε να δούμε και τις δύο πλευρές.

Ο έρωτας δεν είναι υπόσχεση ότι όλα θα πάνε καλά. Είναι υπόσχεση ότι κάποιος θα σταθεί δίπλα σου, ακόμη κι όταν τίποτα δεν είναι βέβαιο. Σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα, αυτό είναι το πιο σπάνιο και το πιο πολύτιμο κλειδί που μπορεί να κρατήσει ένας άνθρωπος.

Γιάννης Βαθυάς

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *