
Στην ηλιόλουστη σήμερα Άνδρο, στο Δημοτικό Θέατρο, αποδόθηκε μια ξεχωριστή τιμή στην Παναγία Θεοσκέπαστη —που αποτελεί την πνευματική σκέπη και προστάτιδα του νησιού, μέσα από ένα μουσικό ταξίδι γεμάτο εικόνες, συναισθήματα και εσωτερικές διαδρομές. Ο Μουσικός Σύλλογος Άνδρου, ο ΜΟΥΣΑ παρουσίασε μια συναυλία, μια εμπειρία βαθιάς σύνδεσης με τη μουσική, την κοινότητα και την ίδια την έννοια της δημιουργίας.
Η πρόεδρος του συλλόγου, Ντορίνα Αμωράτη, υποδέχθηκε το κοινό με άψογη φιλοξενία και έναν πρόλογο ουσιαστικό και συγκινητικό. Με αφορμή τη 16η επέτειο από την ίδρυση του ΜΟΥΣΑ, στάθηκε όχι μόνο στην καλλιτεχνική πορεία του συλλόγου, αλλά κυρίως στον παιδαγωγικό του ρόλο. Τόνισε πως ο σύλλογος δεν περιορίζεται στη μετάδοση μουσικών γνώσεων. Καλλιεργεί ήθος, πειθαρχία και συνέπεια. Και πράγματι, αυτό αποτυπωνόταν ξεκάθαρα στα πρόσωπα ακόμη και των πιο μικρών μουσικών που συμμετείχαν, στην αφοσίωση με την οποία εκτελούσαν τα έργα, στις νότες που έβγαιναν καθαρές και γεμάτες ψυχή, αλλά και στον παλμό του ζεστού χειροκροτήματος που ένωνε μουσικούς και ακροατές σε μια κοινή ανάσα.
Το πρόγραμμα της συναυλίας ξεδιπλώθηκε σαν ένα ταξίδι με σαφή δραματουργική πορεία. Η αρχή έγινε με το «1492: Conquest of Paradise» του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Από τις πρώτες νότες, άνοιξαν μπροστά μας ορίζοντες εξερεύνησης. Η μουσική δημιούργησε μια αίσθηση αναχώρησης, εκείνης της πρώτης στιγμής που γεννιέται κάθε ταξίδι, γεμάτη προσδοκία, δέος και την υπόσχεση του άγνωστου.
Στη συνέχεια, οι «Πειρατές της Καραϊβικής» του Hans Zimmer άλλαξαν τον ρυθμό. Η θάλασσα έγινε πιο άγρια, πιο ελεύθερη. Οι μελωδίες παρέσυραν το κοινό σε κύματα έντασης και δράσης, με μια ενέργεια που σχεδόν γινόταν ορατή στον αέρα. Ήταν η στιγμή που το ταξίδι αποκτούσε τόλμη, γεμάτο απρόβλεπτες στροφές και περιπέτεια.
Ακολούθησαν οι εμβληματικές πορείες του John Williams. Εδώ η μουσική απέκτησε επική διάσταση. Οι ήχοι μάς οδήγησαν σε κόσμους γενναιότητας, φαντασίας και θρύλων. Ήταν σαν να περπατούσαμε σε ηρωικά μονοπάτια, όπου κάθε νότα κουβαλούσε μια ιστορία, κάθε ρυθμός μια μάχη, κάθε μελωδία μια νίκη.
Η μετάβαση στο έργο του Ennio Morricone αποτέλεσε μια εσωτερική στάση. Το «A Morricone Portrait» έφερε μαζί του νοσταλγία και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα. Η μουσική έγινε πιο στοχαστική, πιο ποιητική, σαν μια ανάσα μέσα στο ταξίδι. Ήταν η στιγμή της περισυλλογής, όπου ο ακροατής δεν κοιτά πια μόνο μπροστά, αλλά και μέσα του.
Με τον Henry Mancini, το ταξίδι άλλαξε και πάλι χρώμα. Έγινε ανάλαφρο, κομψό, σχεδόν κινηματογραφικό. Οι μελωδίες έφεραν μια αίσθηση ρομαντισμού και στυλ, σαν μια βόλτα σε φωτισμένες πόλεις τη νύχτα. Το κοινό χαλάρωσε, χαμογέλασε, ταξίδεψε σε εικόνες γεμάτες λάμψη και γοητεία.
Το μεγάλο φινάλε ήρθε με το «The Great Locomotive Chase» του Robert Smith. Εδώ η ένταση κορυφώθηκε. Η μουσική έμοιαζε με τρένο που καλπάζει, γεμάτο ταχύτητα και αδρεναλίνη. Ήταν η απόδραση, η κορύφωση, η στιγμή που όλα ενώθηκαν σε μια συναρπαστική ολοκλήρωση. Το κοινό παρασύρθηκε πλήρως, ακολουθώντας τον ρυθμό μέχρι την τελευταία νότα.
Και ενώ η συναυλία φαινόταν να έχει ολοκληρωθεί, ήρθε μια ακόμη έκπληξη. Ένα έβδομο μέρος, ένα εμβατήριο, όπου ο μαέστρος Δημήτρης Σιδερής δεν διηύθυνε μόνο τους μουσικούς του, αλλά και το ίδιο το κοινό. Σε μια σπάνια στιγμή οι παρευρισκόμενοι έγιναν μέρος της εκτέλεσης, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που θύμισε την πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Βιέννης. Ήταν μια στιγμή ζωντανή, αυθόρμητη, γεμάτη ρυθμό.
Δεν έλειψαν, βέβαια, στην Άνδρο βρισκόμαστε, τα γλυκά κεράσματα στο τέλος. Όμως τίποτα δεν ήταν πιο γλυκό από τα πρόσωπα των μουσικών και των θεατών που συναντήθηκαν στην Καμάρα μετά το πέρας της συναυλίας. Πρόσωπα φωτεινά, γεμάτα ικανοποίηση, συγκίνηση και εκείνη τη σιωπηλή κατανόηση που αφήνει πίσω της μια όμορφη εμπειρία.
Ο ΜΟΥΣΑ απέδειξε για ακόμη μια φορά πως είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένας μουσικός σύλλογος. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός πολιτισμού, παιδείας και ψυχής. Με συνέπεια και αφοσίωση, συνεχίζει να διαμορφώνει όχι μόνο μουσικούς, αλλά ανθρώπους. Και αυτή είναι ίσως η πιο ουσιαστική του προσφορά, μια προσφορά που αντηχεί πολύ πέρα από τις νότες.
Γιάννης Βαθυάς