
Στον πρόλογο κάθε πολιτικής συζήτησης της περιόδου μας υπάρχει μια παράξενη διπλή βεβαιότητα. Aπό τη μία γνωρίζουμε ότι οι επόμενες βουλευτικές εκλογές είναι προγραμματισμένες για το 2027 και οι αυτοδιοικητικές για τον Οκτώβριο του 2028. Aπό την άλλη, συμπεριφερόμαστε σαν να βρισκόμαστε ήδη στην τελική ευθεία μιας αόρατης εκλογικής αναμέτρησης. Ο χρόνος, αντί να λειτουργεί ως σταθερά, μετατρέπεται σε εργαλείο υποψίας. Το ημερολόγιο λέει μια πραγματικότητα, το πολιτικό ένστικτο των πολλών κάτι εντελώς διαφορετικό.
Στην κεντρική πολιτική σκηνή, όλοι κρέμονται από τα χείλη του πρωθυπουργού. Κάθε λέξη του αναλύεται, κάθε παύση του ερμηνεύεται, κάθε διάψευση εξετάζεται όχι ως απάντηση αλλά ως πιθανή υπεκφυγή. Ο ίδιος διαψεύδει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών. Κι όμως, η διάψευση αυτή δεν είναι ικανή να ανακόψει τη φρενήρη παραγωγή σεναρίων. Αντιθέτως, την τροφοδοτεί. Διότι στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, η άρνηση δεν εκλαμβάνεται ως τέλος μιας συζήτησης αλλά ως έναυσμα για τη γέννηση νέων ερωτημάτων. Μήπως η διάψευση είναι μέρος μιας στρατηγικής; Μήπως η σιωπή κρύβει προθέσεις; Μήπως η βεβαιότητα είναι απλώς ένα προσωπείο;
Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε ένα διαρκές παιχνίδι ερμηνειών. Δεν αναζητούμε την αλήθεια, αλλά την πιθανότητα. Και η πιθανότητα, όταν πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα, γεννά το χάος.
Στην τοπική κοινωνία, η εικόνα είναι ακόμη πιο θολή, σχεδόν μυθιστορηματική. Ψίθυροι διακινούνται σε καφενεία και διαδρόμους, διαρροές εμφανίζονται ως δήθεν βεβαιότητες, σενάρια πλέκονται με υλικό την εικοτολογία και την προσωπική φιλοδοξία. Ποιος θα είναι υποψήφιος και για ποιο αξίωμα; Ποιος θα συνταχθεί με ποιον; Ποιος κλείνει το μάτι σε ποιο στρατόπεδο; Ποιος κρατά αποστάσεις; Ποιος χτίζει προφίλ και ποιος καίγεται πρoτού καν ανακοινωθεί;
Οι φήμες διογκώνονται, οι υπαινιγμοί αποκτούν βάρος αποδείξεων, οι προσωπικές αντιπάθειες βαφτίζονται πολιτικές διαφωνίες. Ο ένας είπε έτσι για τον άλλον, ο άλλος απάντησε αλλιώς, και κάπου ανάμεσα χάνεται η ουσία. Η πολιτική συζήτηση εκφυλίζεται σε ένα θέατρο εντυπώσεων, όπου η εικόνα υπερισχύει της πραγματικότητας και η πρόθεση αντικαθίσταται από την ερμηνεία της.
Σε αυτό το περιβάλλον, κυρίαρχα εργαλεία δεν είναι πλέον οι ιδέες ή τα προγράμματα, αλλά ο μηδενισμός και η απαξίωση. Δεν επιχειρείται η υπέρβαση του αντιπάλου, αλλά η εξουδετέρωσή του. Δεν προβάλλεται το θετικό όραμα, αλλά καλλιεργείται η αρνητική σύγκριση. Ο πιθανός αντίπαλος δεν αντιμετωπίζεται ως πολιτικός συνομιλητής, αλλά ως στόχος αποδόμησης.
Φτάνουμε να απαξιώνουμε τον τόπο για να πλήξουμε τα πρόσωπα που τον υπηρετούν. Υποβαθμίζουμε έργα, αμφισβητούμε πρωτοβουλίες, ειρωνευόμαστε επιτυχίες, ακόμη και όταν αυτές αποτελούν συλλογικό κέρδος. Μεγάλες γιορτές, πολιτιστικές εκδηλώσεις, αναπτυξιακά βήματα όλα μπορούν να γίνουν αντικείμενο χλευασμού, αν αυτό εξυπηρετεί την αποδυνάμωση ενός προσώπου. Στην προσπάθεια να μειώσουμε τον άλλον, δεν διστάζουμε να μικρύνουμε και τον ίδιο τον τόπο.
Παράλληλα, απαξιώνουμε θεσμούς. Η δυσπιστία προς τους θεσμούς μετατρέπεται σε στρατηγική. Θέλουμε να επιβάλλουμε δικούς μας κανόνες, να διαμορφώσουμε ένα πεδίο όπου η νομιμότητα θα είναι ευέλικτη και η δεοντολογία προαιρετική. Ο θεσμικός λόγος θεωρείται αδυναμία, ενώ η επιθετικότητα παρουσιάζεται ως αυθεντικότητα, με διάφορα κατά περίστασιν δήθεν καλλιεπή προσωπεία.
Η δημόσια σφαίρα γεμίζει από υπαινιγμούς, διαστρεβλώσεις, υπερβολές. Η αλήθεια δεν εξαφανίζεται, απλώς χάνεται μέσα στον θόρυβο. Και όταν ο θόρυβος γίνεται κανονικότητα, η κοινωνία συνηθίζει στην παραμόρφωση, μέχρι να απομακρυνθεί εντελώς.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το σκηνικό, συνεχίζουμε να εορτάζουμε τις εθνικές επετείους με ύμνους στην ενότητα. Μιλούμε για ομοψυχία, για κοινή πορεία, για συλλογική μνήμη. Στεκόμαστε προσοχή μπροστά στα σύμβολα και επαναλαμβάνουμε λόγια που εξυμνούν τη συνοχή του έθνους. Αλλά την ίδια στιγμή, λησμονούμε τα διδάγματα του εμφυλίου. Λησμονούμε ότι ο διχασμός δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά εμπειρία οδυνηρή και όχι τόσο μακρινή όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε.
Η ιστορία δεν είναι παρελθόν, είναι προειδοποίηση. Και όταν την αγνοούμε, δεν την ξεπερνούμε, την επαναλαμβάνουμε με διαφορετικούς όρους και χειρότερα αποτελέσματα.
Το ερώτημα βαίνομεν προς εκλογάς δεν αφορά τον χρόνο των εκλογών, αλλά την ποιότητα της δημοκρατίας μας. Διότι μπορούμε να βαδίζουμε προς εκλογές χωρίς να το γνωρίζουμε, όχι επειδή πλησιάζει η κάλπη, αλλά επειδή υιοθετούμε τη λογική της διαρκούς προεκλογικής σύγκρουσης. Όταν όλα ερμηνεύονται εκλογικά, όταν κάθε κίνηση αξιολογείται με όρους πολιτικού κόστους, όταν η κοινωνία εκπαιδεύεται να σκέφτεται με όρους στρατοπέδων, τότε οι εκλογές παύουν να είναι γεγονός και γίνονται κατάσταση.
Και αυτή η κατάσταση είναι φθορά. Φθορά του λόγου, φθορά της εμπιστοσύνης, φθορά της ίδιας της έννοιας του κοινού καλού.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν βαίνουμε προς εκλογάς, αλλά αν μπορούμε να βαδίσουμε προς μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα. Μια κουλτούρα όπου η διαφωνία δεν θα ισοδυναμεί με εχθρότητα, όπου η κριτική δεν θα μετατρέπεται σε ισοπέδωση, όπου ο αντίπαλος δεν θα θεωρείται εμπόδιο προς εξόντωση αλλά συνομιλητής προς υπέρβαση.
Διότι, στο τέλος, οι εκλογές έρχονται και παρέρχονται. Αυτό που μένει είναι ο τρόπος με τον οποίο φτάνουμε σε αυτές. Και αν ο δρόμος είναι γεμάτος καχυποψία, απαξίωση και διχασμό, τότε ακόμη και η πιο καθαρή νίκη θα κουβαλά μέσα της το σπέρμα της επόμενης ήττας. Και, δυστυχώς, αυτή η ήττα δεν αφορά τα πρόσωπα αλλά τον τόπο.
Γιάννης Βαθυάς