
Είναι προνόμιο να μπορεί κανείς να ζει, να σκέφτεται, να γράφει με θέα τη θάλασσα. Υπάρχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό σε αυτή τη συνύπαρξη του εσωτερικού κόσμου με τον απέραντο ορίζοντα. Οι σκέψεις τρέχουν και οι λέξεις ακολουθούν σαν τα κύματα, άλλοτε ήρεμα, άλλοτε ορμητικά αυτές τις ανοιξιάτικες τυπικά, χειμωνιάτικες ουσιαστικά μεταβατικές μέρες. Είναι μέρες που δεν ανήκουν πλήρως σε καμιά εποχή, όπως και οι ιδέες που γεννιούνται μέσα τους. Μισές φωτεινές, μισές σκοτεινές, πάντα όμως ανήσυχες. Καθισμένος απέναντι στο υγρό στοιχείο, νιώθω ότι η σκέψη αποκτά ρυθμό, όχι γραμμικό αλλά κυκλικό, επιστρέφει, επιμένει, μετασχηματίζεται. Η θάλασσα είναι συνομιλητής, και μέσα σε αυτή τη σιωπηλή συνομιλία γεννιούνται ερωτήματα που δύσκολα θα έβρισκαν χώρο αλλού.
Παρακολουθώ πάντα τις διεθνείς εξελίξεις, παρακολουθώ τις εσωτερικές, παρακολουθώ τις τοπικές. Μια διαρκής εγρήγορση, πέραν του επαγγελματισμού. Τι βλέπω; Πολέμους, συγκρούσεις, εντάσεις που επαναλαμβάνονται με διαφορετικά ονόματα και ίδιες συνέπειες. Σχεδόν εθισμένοι, παρακολουθούμε τα πάντα σαν να πρόκειται για τηλεοπτική σειρά ή μυθιστόρημα, σαν να έχει μετατραπεί η πραγματικότητα σε αφήγηση προς κατανάλωση. Η τραγωδία χάνει το βάρος της όταν επαναλαμβάνεται, και ο άνθρωπος συνηθίζει ακόμη και το αδιανόητο. Τι άλλο βλέπω; Μια Βουλή με χαμηλού επιπέδου εξυπνάδες αλλά υψηλού επιπέδου οξύτητα, έναν δημόσιο λόγο που επενδύει στην εντύπωση και όχι στην ουσία. Λεκτικές αντιπαραθέσεις που εντυπωσιάζουν στιγμιαία αλλά δεν παράγουν τίποτα, δεν προσφέρουν, δεν δημιουργούν. Ένας θόρυβος που αυτοαναπαράγεται και τελικά εξαντλείται μέσα στην ίδια του την κενότητα.
Κι όμως, με έναν παράξενο τρόπο, ο κόσμος προοδεύει, προχωρά, σαν να υπάρχει μια υπόγεια δύναμη που κινεί τα πράγματα πέρα από τον θόρυβο της επιφάνειας. Πρόσφατα είχαμε μια ολοκληρωμένη, επιτυχή αποστολή στη Σελήνη που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ένα επίτευγμα που άλλοτε θα γέμιζε φαντασία και συλλογική υπερηφάνεια, τώρα χάνεται μέσα στην αδιάκοπη ροή της πληροφορίας. Και αναρωτιέμαι. Τι μας οδηγεί στην ανάγνωση, τι μας τέρπει; Το κακό, η ένταση, το ακραίο. Και τι δεν μας εντυπωσιάζει; Το αυτονόητο, η κοινή λογική, εκείνο που λειτουργεί αθόρυβα χωρίς να απαιτεί προσοχή.
Σε αυτή την αθόρυβη μετατόπιση, δεν δοκιμάζεται μόνο η δημόσια σφαίρα αλλά και ο ίδιος ο ιστός των ανθρώπινων σχέσεων. Σε προσωπικό επίπεδο, η καθημερινή επικοινωνία γίνεται όλο και πιο δύσκολη, καθώς η υπερανάλυση αντικαθιστά την κατανόηση και η καχυποψία τη φυσική εμπιστοσύνη. Λέξεις που άλλοτε είχαν σαφή σημασία τώρα παρερμηνεύονται, προθέσεις αμφισβητούνται, και το αυτονόητο, ότι ο άλλος μπορεί να είναι ειλικρινής, τίθεται υπό διαπραγμάτευση. Οι σχέσεις κουράζονται όχι από τις μεγάλες συγκρούσεις αλλά από τις μικρές, επαναλαμβανόμενες παρεξηγήσεις, από αυτή τη διαρκή αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι πλέον δεδομένο.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η αποδυνάμωση της κοινής λογικής οδηγεί σε κατακερματισμό. Οι άνθρωποι δεν διαφωνούν, κατοικούν σε διαφορετικές εκδοχές της πραγματικότητας. Η έννοια του κοινού τόπου, εκεί όπου μπορεί να υπάρξει συνεννόηση, υποχωρεί. Η μετριοπάθεια θεωρείται ύποπτη, η ισορροπία εκλαμβάνεται ως αδυναμία, και όποιος επιμένει στο αυτονόητο κινδυνεύει να χαρακτηριστεί αφελής. Σαν να έχει επικρατήσει η πεποίθηση ότι η αλήθεια βρίσκεται μόνο στην ένταση και στα άκρα.
Στον επαγγελματικό χώρο, η ίδια λογική παράγει ένα περιβάλλον όπου η ουσία υποχωρεί μπροστά στην εικόνα. Η συνεργασία αντικαθίσταται από ανταγωνισμό χωρίς περιεχόμενο, η αποδοτικότητα από την επίφαση δραστηριότητας, και η εμπιστοσύνη από διαρκείς μηχανισμούς ελέγχου. Εκεί όπου θα αρκούσε η κοινή λογική για να λειτουργήσει ένα σύστημα, απαιτείται πλέον υπερδομή κανόνων, διαδικασιών και επιβεβαιώσεων, σαν να έχει χαθεί η βασική παραδοχή ότι οι άνθρωποι μπορούν να συνεννοηθούν.
Έτσι, τα αποσυνάγωγα αυτονόητα δεν είναι ιδέες που ξεχάστηκαν, είναι ιδέες που εκδιώχθηκαν από κάθε επίπεδο συνύπαρξης. Η λογική δεν εξαφανίστηκε, αλλά έχασε τη θέση της ως σημείο εκκίνησης. Έγινε κάτι που πρέπει να αποδειχθεί, να υποστηριχθεί, να δικαιολογηθεί. Και αυτή η συνεχής ανάγκη αιτιολόγησης φθείρει όχι μόνο τον δημόσιο λόγο αλλά και τις ίδιες τις σχέσεις που τον στηρίζουν.
Η μετατόπιση αυτή συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που παράγεται και καταναλώνεται η πληροφορία. Η ταχύτητα αντικατέστησε την ακρίβεια, η εντύπωση την ουσία, και η άποψη την τεκμηρίωση. Σε έναν κόσμο που κυριαρχούν οι στιγμιαίες αντιδράσεις, το αυτονόητο δεν προλαβαίνει να υπάρξει. Και όταν δεν υπάρχει κοινό σημείο αναφοράς, οι άνθρωποι απομακρύνονται όχι απαραίτητα επειδή διαφωνούν, αλλά επειδή δεν μοιράζονται πια την ίδια βάση κατανόησης.
Ωστόσο, αυτή η κατάσταση δεν είναι αναπόφευκτη. Ο εξοστρακισμός της κοινής λογικής είναι αποτέλεσμα επιλογών, συλλογικών και ατομικών. Και όπως κάθε αποτέλεσμα επιλογών, μπορεί να ανατραπεί. Ίσως όχι με μεγάλες δηλώσεις, αλλά με μικρές, καθημερινές πράξεις. Με την επιμονή στην καθαρότητα του λόγου, με την αποδοχή της πολυπλοκότητας χωρίς υπεκφυγές, με την αναγνώριση ότι ο άλλος δεν είναι απαραίτητα αντίπαλος.
Σε έναν κόσμο που ανταμείβει τον θόρυβο περισσότερο από τη σκέψη, η υπεράσπιση του αυτονόητου μοιάζει σχεδόν αντισυμβατική. Και όμως, εκεί ακριβώς κρίνεται το μέλλον των ανθρώπινων σχέσεων. Γιατί χωρίς την κοινή λογική, δεν χάνουμε μόνο την ικανότητα να ερμηνεύουμε τον κόσμο, χάνουμε τη δυνατότητα να συναντηθούμε πραγματικά ο ένας με τον άλλον.
Γιάννης Βαθυάς