
Σε μια από τις πιο όμορφες στιγμές της ημέρας, εκείνη που ο ήλιος αναζητά την αγκαλιά της θάλασσας, ξεκινήσαμε από τη Χώρα. Σαν μια σιωπηλή συμφωνία με το φως πως θα το ακολουθήσουμε όσο εκείνο χαμηλώνει, όσο οι σκιές μακραίνουν και τα χρώματα βαθαίνουν. Ο δρόμος άνοιγε μπροστά μας σαν αφήγηση, κι εμείς γίναμε οι ακροατές του.
Περνώντας από τη Μεσσαριά, τον Πιτροφό, τη Σταυροπέδα το βλέμμα άνοιγε και μαζί του άνοιγε και η σκέψη. Δεν υπήρχε βιασύνη, ο δρόμος δεν το επέτρεπε. Ήθελε να τον ζήσουμε, όχι να τον διασχίσουμε. Στο Απροβάτο και την Παλαιόπολη, το τοπίο γινόταν πιο αυστηρό, σχεδόν δωρικό. Φως καθαρό και μια λιτότητα που δεν στερεί, αλλά προσφέρει. Εκεί καταλαβαίνεις πως η ομορφιά δεν χρειάζεται υπερβολές για να σταθεί. Χρειάζεται μόνο αλήθεια. Και ο δρόμος συνέχιζε, σαν να ήξερε πού μας πηγαίνει προτού το μάθουμε εμείς.
Το Μπατσί μάς υποδέχτηκε με τη θάλασσα να λαμπυρίζει ακόμα, προτού πάρει τα χρώματα του χαλκού. Στο Γαύριο, το λιμάνι ανέπνεε έναν ήρεμο παλμό, σαν καρδιά που ξέρει τον ρυθμό της. Ο Άγιος Πέτρος και οι Γίδες πέρασαν σαν στίχοι ενδιάμεσοι, απαραίτητοι για να δέσει το ποίημα. Κάθε τόπος, μια μικρή παύση, κάθε στροφή, μια νέα προοπτική.
Η στάση στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας ήταν από εκείνες που δεν τις προγραμματίζεις, αλλά σε καλούν. Ο πλάτανος στεκόταν εκεί, φύλακας και μάρτυρας, προσφέροντας μια αίσθηση προστασίας, μια σιωπηρή, εσωτερική προσευχή. Ήταν σαν να έβαζε μια τελεία στη φασαρία της σκέψης. Λίγο πιο πέρα, η Αγία Σοφία, λιτή και ήσυχη, θύμιζε πως η σοφία συχνά μιλά χαμηλόφωνα. Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια, ο χώρος έκανε τη δουλειά του.
Κι ύστερα, το Βιτάλι. Όχι ως προορισμός, ως άφιξη. Εκεί, η ζεστασιά δεν ήταν μόνο θέμα θερμοκρασίας. Ήταν στα πρόσωπα, στα χαμόγελα, στον τρόπο που ο κόσμος είχε μαζευτεί για την κοπή της πίτας. Όχι τυπικά, όχι μηχανικά. Με μια διάθεση συνάντησης που ξεπερνούσε το έθιμο. Η μαντεμένια ξυλόσομπα, ένα αληθινό κομψοτέχνημα, έκαιγε όχι μόνο ξύλα αλλά και αποστάσεις. Έφερνε τους ανθρώπους πιο κοντά, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Τα οικιακά εδέσματα απλώθηκαν σαν προσφορά καρδιάς. Το κρασί έρεε χωρίς επίδειξη, όπως πρέπει να ρέουν τα καλά πράγματα. Και οι περίφημοι λουκουμάδες αρωματικοί σε καλούσαν σαν να λένε πάρε κι άλλο. Όλα προσφέρθηκαν με μια δοτικότητα σπάνια, εκείνη που δεν μετράει, δεν κρατάει λογαριασμό.
Άξια τα χέρια που έφτιαξαν τόσα πράγματα. Μα ίσως ακόμη πιο άξια τα μάτια που τα πρόσφεραν. Μάτια που κοιτούσαν με ικανοποίηση, όχι για το αποτέλεσμα μόνο, αλλά και για τη στιγμή. Για το μαζί. Για το ότι ο δρόμος από τη Χώρα στο Βιτάλι έγινε κοινός τόπος, κοινή εμπειρία, κοινή ανάσα.
Η αποψινή κοπή της πίτας δεν ήταν απλώς ένα έθιμο που τηρήθηκε. Ήταν το φυσικό τέλος μιας διαδρομής και ταυτόχρονα η αρχή μιας άλλης. Εκείνης που συνεχίζεται μέσα μας, κάθε φορά που θυμόμαστε πως υπάρχουν δρόμοι που αξίζει να τους διανύεις στο φως του ηλιοβασιλέματος.
Γιάννης Βαθυάς