Χταπόδι με κρέμα φασολάδας

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή ενός ανθρώπου που τον αναγκάζουν να σταματήσει για λίγο, να κοιτάξει το ταβάνι, να αναστενάξει βαθιά και να αναρωτηθεί: Μήπως τελικά η πρόοδος πήρε λάθος στροφή στο φανάρι; Για μένα, μια τέτοια στιγμή ήταν όταν διάβασα σε μενού για την Καθαρά Δευτέρα τη φράση  χταπόδι με κρέμα φασολάδας.

Όχι φασολάδα. Όχι χταπόδι ξιδάτο. Όχι χταπόδι στα κάρβουνα με λίγο λαδολέμονο, που σε κοιτάει τίμια από το πιάτο και σου λέει είμαι αυτό που είμαι. Αλλά χταπόδι με κρέμα φασολάδας. Δηλαδή, πήραμε δύο πράγματα που τα αγαπήσαμε χωριστά, τα βάλαμε στο μπλέντερ της υπαρξιακής ανασφάλειάς μας και είπαμε: Να το κάνουμε λίγο πιο αφρό; Να του δώσουμε μια υφή; Να το αποδομήσουμε;.

Κάπου εκεί αρχίζει το φιλοσοφικό πρόβλημα.

Δεν θα με χαρακτήριζα συντηρητικό άνθρωπο. Δεν είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι η κορυφή της ανθρώπινης δημιουργίας ήταν το αυγολέμονο και ότι από τότε όλα πήγαν στραβά. Η εξέλιξη είναι καλό πράγμα. Οι ιδέες πρέπει να προχωρούν. Οι τέχνες να πειραματίζονται. Η κοινωνία να αλλάζει. Αλλά υπάρχει ένα λεπτό, σχεδόν μεταφυσικό όριο ανάμεσα στην εξέλιξη και στο να πάρεις τη φασολάδα και να της βάλεις …αφρόγαλα ύπαρξης.

Γιατί η φασολάδα δεν είναι απλώς φαγητό. Είναι στάση ζωής. Είναι το άστο να σιγοβράσει. Είναι το βάλε λίγο ακόμα καρότο. Είναι το μην το ανακατεύεις συνέχεια. Είναι το πιάτο που δεν θέλει να γίνει κάτι άλλο. Δεν θέλει να γίνει σος. Δεν θέλει να γίνει πουρές. Δεν θέλει να γίνει κρέμα. Η φασολάδα θέλει να είναι φασολάδα, όπως κι εμείς κάποτε θέλαμε απλώς να είμαστε άνθρωποι και όχι προσωπικά προγράμματα βελτιστοποίησης.

Και κάπου εδώ, αν το δούμε ψυχαναλυτικά, αρχίζει να φαίνεται ότι ίσως το πρόβλημα δεν είναι η φασολάδα αλλά εμείς. Η αγωνία μας να μετατρέψουμε τα πάντα σε κάτι πιο εκλεπτυσμένο, πιο μοντέρνο, πιο διαχειρίσιμο, δεν είναι παρά η ίδια αγωνία που μας κάνει να εξομαλύνουμε τις γωνίες της ζωής μας. Να μην υπάρχουν κόκκοι, να μην υπάρχουν αντιστάσεις, να μην υπάρχουν πράγματα που θέλουν μάσημα, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Θέλουμε μια πραγματικότητα περασμένη από μπλέντερ, μια εμπειρία χωρίς ίνες, χωρίς δυσκολία, χωρίς το ενδεχόμενο να κολλήσει κάτι ανάμεσα στα δόντια της ύπαρξής μας.

Και το χταπόδι; Το χταπόδι είναι από μόνο του ένας μικρός υπαρξιακός ήρωας. Έζησε τη ζωή του ελεύθερο, με οκτώ πόδια να εξερευνούν τον βυθό, για να καταλήξει στο τραπέζι μας. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να το τιμήσουμε με λίγη ρίγανη και ένα καλό ψήσιμο. Όχι να το ξαπλώσουμε πάνω σε μια βελούδινη λίμνη οσπρίων που έχουν περάσει από ψυχαναλυτική επεξεργασία, λες και δεν αντέχουμε πια να συναντήσουμε το φαγητό στην αρχική του μορφή, όπως δεν αντέχουμε να συναντήσουμε και τον εαυτό μας χωρίς φίλτρα.

Το θέμα όμως δεν είναι μόνο γαστρονομικό. Είναι βαθιά υπαρξιακό. Ποια είναι η συνέχεια της ζωής; Σταματάει κάπου η εξέλιξη; Υπάρχει ένα σημείο όπου η πρόοδος σηκώνει τα χέρια ψηλά και λέει μέχρι εδώ, από δω και πέρα απλώς παίζουμε με τον αφρό;

Διότι αν σήμερα έχουμε χταπόδι με κρέμα φασολάδας, αύριο τι; Ταραμοσαλάτα σε μορφή παγωτού; Λαγάνα σε σφαιροποίηση; Ελιά σε μορφή gel; Ρεβυθοκεφτέδες σε άρωμα; Θα έρθει μια μέρα που θα ζητάς ένα πιάτο φακές και θα σου φέρνουν τρεις σταγόνες σε ένα τεράστιο πιάτο, με τίτλο ανάμνηση οσπρίου σε χωμάτινες νότες;

Και τότε θα αναρωτηθούμε πού χάθηκε η απλότητα; Πού πήγε το λάδι που άφηνε τη γυαλάδα του στην επιφάνεια; Το ψωμί που βουτούσες χωρίς ενοχές; Το πιάτο που δεν ήθελε εξήγηση από τον σερβιτόρο;

Το ομολογώ, μαγειρεύω πολύ κλασικά ελληνικά. Οι γεύσεις μου είναι καθαρές, ελληνικές. Όταν φτιάχνω φασολάδα, δεν προσπαθώ να της δώσω μια νέα ταυτότητα. Δεν τη ρωτάω τι θα ήθελε να γίνει όταν μεγαλώσει. Τη βάζω στην κατσαρόλα, της δίνω χρόνο και την αφήνω να είναι ο εαυτός της. Το ίδιο και με το χταπόδι. Το ίδιο και με τα ρεβύθια, τις φακές, τα χόρτα.

Γιατί υπάρχει μια σοφία στην παράδοση που δεν είναι αντίθετη με την εξέλιξη, απλώς δεν χρειάζεται να ντυθεί με αφρό για να αποδείξει ότι υπάρχει. Οι πρόγονοί μας δεν ήξεραν από γαστρονομικές τάσεις, αλλά ήξεραν ότι το φαγητό πρέπει να σε χορταίνει και να σε παρηγορεί. Να σου λέει όλα καλά, φάε λίγο ακόμα.

Η πρόοδος δεν είναι να κάνεις τη φασολάδα κρέμα. Είναι να θυμάσαι γιατί την έφτιαχνες εξαρχής. Όχι για να την παρουσιάσεις, αλλά για να τη μοιραστείς. Και αν μια μέρα με δείτε να μαγειρεύω ή να ζητώ χταπόδι πάνω σε αφρό φασολάδας, να ξέρετε ότι δεν θα πρόκειται για την εξέλιξή μου. Θα είναι μια κραυγή απόγνωσης και αναζήτησης βοήθειας.

Γιάννης Βαθυάς

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *