
Υπάρχουν φράσεις που δεν λέγοντα απλά, αλλά αναδύονται σαν ανάσα μέσα από μια εσωτερική αλήθεια, σαν να τις ψιθυρίζει η ίδια η ζωή. Μια τέτοια φράση μου είπε πριν από λίγη ώρα ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο, μια απλή φράση σαν στιγμιαία αποκάλυψη: «Τι ωραία που είσαι στη φύση». Αυτή η φράση κουβαλάει κάτι απείρως βαθύτερο, μια αναγνώριση ότι ο άνθρωπος δεν είναι απέναντι στη φύση, αλλά μέσα της, μέρος της, προέκτασή της. Ίσως γι’ αυτό τέτοιες λέξεις αγγίζουν κατευθείαν την καρδιά, επειδή αγγίζουν κάτι πιο παλιό και πιο αληθινό από ό,τι το μυαλό μας αντιλαμβάνεται.
Η φύση της Ελλάδας έχει αυτή τη μαγική ικανότητα, να μας επαναφέρει σε μια αρχέγονη οικειότητα. Από την πέτρινη λιτότητα της ηπειρωτικής γης μέχρι την ηλιοπλημμυρισμένη αγκαλιά του Αιγαίου, κάθε τόπος είναι ένας μικρός κόσμος που μαθαίνει στον άνθρωπο ποιος είναι. Μα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη γωνιά, η φύση των νησιών έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να ξεδιπλώνει τον χαρακτήρα μας.
Έτσι είναι η Μήλος, η πατρίδα μου, ένα νησί που δεν προσπαθεί να σε κερδίσει, απλώς σε υποδέχεται. Οι κρυφές ανάσες της ζεστής γης, οι παραλίες που μοιάζουν να φτιάχτηκαν από το χέρι κάποιου καλλιτέχνη που αγαπούσε το φως, οι σκιές που αλλάζουν μορφή καθώς ο άνεμος περνάει ανάμεσα στα βράχια, όλα συνθέτουν μια εικόνα που δεν χρειάζεται πολλά λόγια. Εκεί η φύση σε διδάσκει ότι ομορφιά δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ιστορία που κουβαλάει κάθε σχήμα, κάθε πέτρα, κάθε κύμα.
Και μετά υπάρχει η Άνδρος, ο τόπος που ζω τώρα, τόσο διαφορετική και τόσο απαραίτητη, σαν μια άλλη όψη της ίδιας ψυχής. Με τα νερά της να τρέχουν παντού, τα μονοπάτια της να συνδέουν χωριά και εποχές, και τον αέρα της να φέρνει μυρωδιές από θάλασσα και βουνό ταυτόχρονα, η Άνδρος μοιάζει να σου λέει πως η ζωή δεν είναι ποτέ μόνο ένα πράγμα. Είναι συνύπαρξη, αντίθεση, ρυθμός. Και ίσως γι’ αυτό, πηγαίνοντας σήμερα το πρωί προς τον Άγιο Νικόλαο στο Νειμποριό, το πρώτο που καμάρωσα ήταν τα παιδιά του Ναυτικού Ομίλου Άνδρου να βγαίνουν στη θάλασσα για προπόνηση. Υπήρχε μέσα τους εκείνη η καθαρή, άδολη δύναμη της φύσης, όχι της φύσης γύρω τους, αλλά της φύσης μέσα τους. Απόλυτη συγκέντρωση, ζωντάνια, χαρά. Μια υπενθύμιση ότι η νεότητα δεν είναι ηλικία, αλλά τρόπος να συναντάς τον κόσμο.
Σε τέτοιες στιγμές, η παρουσία της φύσης γίνεται σχεδόν πνευματική. Και σήμερα, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ο άγιος των θαλασσών, ο προστάτης των ναυτικών, των ταξιδιωτών, των ανθρώπων που εμπιστεύονται το άγνωστο και βγαίνουν στο πέλαγος χωρίς εγγυήσεις. Η μορφή του κουβαλάει ακριβώς αυτό το δίδαγμα, ότι η ζωή μοιάζει με θάλασσα όχι γιατί είναι επικίνδυνη, αλλά γιατί απαιτεί πίστη. Πίστη στον δρόμο, στους ανθρώπους, στο φως που θα σε οδηγήσει κάπου καλύτερα.
Η σημερινή μέρα συνδέεται με δύο είδη ευχών. Εκείνες που λέμε εύκολα, τυπικά, σαν υποχρέωση και εκείνες που λέγονται με την καρδιά. Οι πραγματικές ευχές δεν είναι λέξεις, είναι πρόθεση. Είναι μια αγκαλιά που λέγεται χωρίς αγκαλιά, όταν η απόσταση μάς χωρίζει. Είναι το ίδιο το βλέμμα που θα δίναμε στα αγαπημένα μας πρόσωπα αν ήμασταν δίπλα τους. Και γι’ αυτό σήμερα, περισσότερο από άλλες φορές, νιώθουμε το βάρος και τη γλύκα όσων δεν μπορούμε να πούμε από κοντά. Γιατί η γιορτή αποκτά αξία όταν υπάρχει κάποιος για τον οποίο θέλουμε να είναι χαρούμενη.
Η αλήθεια είναι ότι όσο μαγευτική κι αν είναι η φύση, δεν θα είχε σημασία χωρίς τους ανθρώπους που την μοιραζόμαστε. Η θάλασσα δεν λέει τίποτα αν δεν την κοιτάξει ένα ζευγάρι μάτια με θαυμασμό, το βουνό δεν έχει ψυχή αν δεν το περπατήσει κάποιος που επιθυμεί να φτάσει ψηλότερα. Κάθε τόπος παίρνει αξία από αυτούς που τον αγαπούν, από εκείνους που τον ζωντανεύουν, από εκείνα τα πρόσωπα που μας θυμίζουν ότι η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο γύρω μας αλλά και μπροστά μας.
Το βαθύτερο νόημα της φράσης που ειπώθηκε τόσο απλά, τόσο αβίαστα «τι ωραία που είσαι στη φύση». Γιατί, στο τέλος, η πιο όμορφη πλευρά της φύσης είμαστε εμείς, οι άνθρωποι. Ιδίως τα αγαπημένα μας πρόσωπα, και ακόμη περισσότερο εκείνα που σήμερα γιορτάζουν, που σήμερα του Αγίου Νικολάου έχουν τη μέρα τους, κι ακόμη πιο πολύ εκείνα που δεν έχουμε τη δυνατότητα να τα αγκαλιάσουμε ή να τους ευχηθούμε από κοντά.
Η φύση μάς θυμίζει ότι όλα όσα αξίζουν είναι απλά. Το φως, ο άνεμος, το νερό, οι σχέσεις. Και ότι, όπως εκείνα τα παιδιά στο Νειμποριό που έμπαιναν με αγάπη και χαρά στη θάλασσα, έτσι κι εμείς πρέπει να βγαίνουμε στη ζωή με πίστη, με ευγνωμοσύνη και με αγάπη.
Η πιο αληθινή φύση μας αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τους ανθρώπους που αγαπάμε. Και αυτοί είναι πάντα το ωραιότερο τοπίο.
Γιάννης Βαθυάς