Ρήματα, επίθετα, ουσιαστικά

Η γλώσσα δεν είναι ουδέτερη. Δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα, τη διαμορφώνει. Στην καθημερινή ζωή, αλλά κυρίως στην πολιτική και τον δημόσιο λόγο, οι λέξεις που επιλέγουμε δεν είναι γραμματικές λεπτομέρειες, αλλά δηλώσεις στάσης. Ιδιαίτερα η χρήση ρημάτων, επιθέτων και ουσιαστικών αποκαλύπτει πώς σκεφτόμαστε, πώς κρίνουμε και, τελικά, πώς αντιμετωπίζουμε τον άλλον.

Τα ρήματα είναι η πιο έντιμη μορφή λόγου. Μιλούν για πράξεις, για επιλογές, για ευθύνη. Όταν λέμε «αποφάσισε», «παρέλειψε», «υπέγραψε», «έκανε λάθος», τοποθετούμε το βάρος εκεί που πρέπει, στο τι έγινε και ποιος το έκανε. Το ρήμα δεν κρύβεται πίσω από αφαιρέσεις. Δεν επιτρέπει θολούρα. Απαιτεί ακρίβεια. Και, το σημαντικότερο, αφήνει χώρο για αλλαγή. Μια πράξη μπορεί να διορθωθεί. Ένα λάθος μπορεί να αναγνωριστεί. Το ρήμα περιγράφει χωρίς να περιορίζει.

Ακριβώς γι’ αυτό και αποφεύγεται συστηματικά στον δημόσιο λόγο. Γιατί ο λόγος που βασίζεται σε ρήματα υποχρεώνει σε ουσία. Δεν βολεύει όσους θέλουν να μιλούν χωρίς να εξηγούν. Έτσι, συχνά αντικαθίσταται από επίθετα.

Τα επίθετα δεν αποδεικνύουν, υποβάλλουν. «Ανεύθυνη στάση», «επικίνδυνη πολιτική», «ακραία συμπεριφορά». Προσδίδουν χρώμα και συναίσθημα, δημιουργούν κλίμα, αλλά σπάνια εξηγούν το γιατί. Είναι χρήσιμα όταν χρησιμοποιούνται περιγραφικά και με μέτρο. Όμως η επανάληψή τους τα μετατρέπει εύκολα σε εργαλεία. Όσο περισσότερο ακούγεται ένα επίθετο, τόσο λιγότερο αμφισβητείται. Και κάπως έτσι, ο διάλογος παύει να αφορά πράξεις και μετατρέπεται σε ανταλλαγή χαρακτηρισμών.

Το πιο βαρύ φορτίο, όμως, το κουβαλούν τα ουσιαστικά. Εκεί δεν μιλάμε πια για πράξεις ή συμπεριφορές, αλλά για ταυτότητες. «Επικίνδυνος», «ικανός», «ανίκανος». Με μία λέξη, ο άλλος παύει να είναι σύνθετος άνθρωπος και γίνεται ετικέτα. Το ουσιαστικό δεν ανοίγει συζήτηση, τη σφραγίζει. Δεν αφήνει περιθώριο εξέλιξης, επανόρθωσης ή κατανόησης. Ακυρώνει συνολικά.

Γι’ αυτό και τα ουσιαστικά κυριαρχούν στις αντιπαραθέσεις. Όταν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αντιμετωπίσεις τα πραγματικά αίτια ενός προβλήματος, βαφτίζεις τον αντίπαλο. Ο χαρακτηρισμός αντικαθιστά την ανάλυση. Η ταμπέλα γλιτώνει τον κόπο της σκέψης.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η ασυμμετρία στη χρήση της γλώσσας. Για τον εαυτό μας χρησιμοποιούμε ρήματα: «Προσπαθήσαμε», «κάναμε λάθη», «βρεθήκαμε σε δύσκολη θέση». Για τους άλλους, ουσιαστικά: «Είναι επικίνδυνοι», «είναι ανίκανοι», «είναι πρόβλημα». Εμείς πράττουμε, οι άλλοι είναι. Έτσι χτίζεται ένα ηθικό άλλοθι, που δικαιολογεί τον αποκλεισμό αντί για τον διάλογο.

Ο ώριμος λόγος ξεκινά από τα ρήματα. Τι έγινε. Ποιος το έκανε. Με ποιο αποτέλεσμα. Χρησιμοποιεί επίθετα με φειδώ, για να περιγράψει και όχι για να στιγματίσει. Και είναι εξαιρετικά προσεκτικός με τα ουσιαστικά, γιατί γνωρίζει ότι εκεί τελειώνει η συζήτηση και αρχίζει η σύγκρουση.

Η γλώσσα δεν μας προδίδει. Μας αποκαλύπτει. Δείχνει αν αναζητούμε την κατανόηση ή απλώς τη σιωπή του άλλου. Και τελικά, το ερώτημα δεν είναι γραμματικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Θέλουμε ένα διάλογο και μια κοινωνία που να εξηγεί ή ένα διάλογο και μια κοινωνία που απλώς χαρακτηρίζει;

Γιάννης Βαθυάς

Συνεχίστε την ανάγνωση