
Ο καλός φίλος, ο γιατρός Γιώργος Καλλιβρούσης, έθεσε ένα ερώτημα που φαινομενικά μοιάζει απλό, μα στην πραγματικότητα ανοίγει περάσματα σε βαθύτερους συλλογισμούς: Γιατί τόσοι πολλοί μιλούν γενικά και αόριστα και μόνο ελάχιστοι μιλούν συγκεκριμένα;. Δεν τον ρώτησα τι εννοούσε. Ίσως γιατί μερικά ερωτήματα δεν θέλουν άμεση ερμηνεία. Θέλουν χώρο, χρόνο και μια ατμόσφαιρα κατάλληλη για να ξεδιπλώσουν το νόημά τους.
Μια τέτοια ατμόσφαιρα βρήκα σ’ έναν σύντομο απογευματινό περίπατο στο κυματισμένο Νειμποριό. Η θάλασσα ήταν σε μια από τις στιγμές που μοιάζει να σκέφτεται. Η κίνηση του νερού δεν ήταν μόνο φυσικό φαινόμενο, έμοιαζε με γέννηση ιδεών. Παρατηρώντας τα κύματα να υψώνονται και να ξεδιπλώνονται, συνειδητοποίησα ότι και μέσα μας οι σκέψεις δημιουργούνται σαν κύματα. Ξεκινούν από μια μικρή ταραχή, διαμορφώνονται, πλάθουν σχήμα, σβήνουν και ξαναγεννιούνται. Κι όταν επέστρεψα στο σπίτι κι είδα αναμμένα τα χριστουγεννιάτικα φώτα της πεζογέφυρας, προσθέτοντας στο τοπίο μια ζεστή λάμψη, η σκέψη βρήκε τον ρυθμό για να πάρει μορφή.
Γιατί λοιπόν το συγκεκριμένο είναι τόσο σπάνιο; Γιατί η αοριστία κυριαρχεί;
Ζούμε σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται από μια παράδοξη αντίφαση. Έχουμε στα χέρια μας περισσότερη πληροφορία από ποτέ, αλλά λιγότερη πραγματική κατανόηση. Η υπερπληροφόρηση έχει μετατραπεί σε θόρυβο. Ειδήσεις, γνώμες, αποσπάσματα, αλήθειες που αλλάζουν από λεπτό σε λεπτό. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται όχι να βρουν πληροφορίες, αλλά να τις αφομοιώσουν. Κι όταν κάτι δεν προλαβαίνουμε να το αφομοιώσουμε, το επαναλαμβάνουμε αόριστα.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στέκονται στο κέντρο αυτής της μεταμόρφωσης. Μας έδωσαν βήμα, αλλά αφαίρεσαν από τη φωνή μας το βάθος. Η συζήτηση έγινε συνεχής ροή εντυπώσεων. Οι λέξεις μοιάζουν με κύματα που ξεκινούν χωρίς ρίζες, χωρίς προέλευση και χωρίς προορισμό. Το συγκεκριμένο όμως, αντίθετα από την αοριστία, απαιτεί από τον άνθρωπο να σταθεί, να επεξεργαστεί, να επιλέξει. Χρειάζεται ευθύνη. Χρειάζεται να πεις αυτό σκέφτομαι και να είσαι διατεθειμένος να το υποστηρίξεις.
Αλλά η εποχή δεν ευνοεί τέτοιες στάσεις. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, η προσοχή μικρή, η μνήμη βραχεία. Ο άνθρωπος που θέλει να μιλήσει συγκεκριμένα μοιάζει να κολυμπάει αντίθετα στο ρεύμα. Το γενικό, το θολό, η διατύπωση δίχως δέσμευση είναι πιο εύκολη. Δεν εκθέτει. Δεν απαιτεί τεκμηρίωση. Δεν προκαλεί αντιδράσεις.
Και υπάρχει και κάτι ακόμη. Η γνώση, στην πραγματική της μορφή, δεν είναι αποσπασματική. Δεν είναι η γρήγορη κατανάλωση πληροφοριών που προσφέρει μια οθόνη. Η γνώση έχει πορεία, έχει απαιτήσεις, έχει βάθος. Αλλά οι σύγχρονες συνθήκες μας έμαθαν να συγχέουμε τη γνώση με την πληροφόρηση. Να θεωρούμε πως, επειδή διαβάσαμε ή ακούμε κάτι, μπορούμε και να μιλήσουμε γι’ αυτό. Έτσι, η αοριστία γίνεται όχι μόνο εύκολη αλλά και βολική. Μπορεί κανείς να μιλά για όλα χωρίς να γνωρίζει τίποτα συγκεκριμένο.
Το συγκεκριμένο, όμως, έχει κόστος. Σημαίνει ότι στέκεσαι απέναντι σε έναν άλλο άνθρωπο και λες κάτι που είναι δικό σου. Σημαίνει ότι μπορεί να κάνεις λάθος. Σημαίνει ότι εκτίθεσαι. Και η έκθεση σήμερα, στην εποχή της ψηφιακής μόνιμης καταγραφής, φοβίζει. Η παραμικρή θέση μπορεί να παρερμηνευτεί, να σχολιαστεί, να αναπαραχθεί, να γυρίσει πίσω με τρόπο που δεν μπορείς να ελέγξεις. Η αοριστία προστατεύει. Το συγκεκριμένο εκθέτει.
Ίσως λοιπόν ο Καλλιβρούσης, μέσα από την εμπειρία του ως γιατρός, άνθρωπος που συναντά άλλους στη στιγμή της ευαλωτότητάς τους, να παρατηρεί ότι οι βαθιές, ουσιαστικές κουβέντες πληθαίνουν μόνο σε περιβάλλον εμπιστοσύνης. Και ότι στον δημόσιο χώρο, γεμάτο φασαρία και επιφανειακές αντιδράσεις, οι άνθρωποι διστάζουν. Προτιμούν να αφήνουν τις σκέψεις τους αδιαμόρφωτες, όπως ένα κύμα που ξεκινά αλλά δεν φτάνει ποτέ στην ακτή.
Μα η ανάγκη για ακρίβεια παραμένει. Η ανάγκη για αληθινή συνομιλία, για λόγο που δεν είναι διάχυτος σαν αχλή αλλά συγκροτημένος σαν σχήμα. Το συγκεκριμένο είναι μια μορφή γενναιότητας. Δείχνει ότι ο άνθρωπος έχει σκεφτεί όχι μόνο τι πιστεύει, αλλά και γιατί το πιστεύει. Ότι μπορεί να εξηγήσει τον εαυτό του, να διορθώσει τις απόψεις του, να αναμετρηθεί με τη γνώση του άλλου.
Καθώς ο περίπατος στο Νειμποριό έφτανε στο τέλος του, ένιωσα ότι το ερώτημα του Καλλιβρούση δεν είναι μια απορία προς απάντηση. Είναι ένας καθρέφτης προς εμάς τους ίδιους. Θέλουμε πραγματικά να μιλούμε συγκεκριμένα; Ή απλώς αφήνουμε τα κύματα της σκέψης μας να σηκώνονται χωρίς ποτέ να βρίσκουν μορφή;
Χρειάζεται κάτι τόσο απλό όσο μια μικρή επιβράδυνση. Μια εσωτερική σιωπή. Ένας χώρος για να δώσουμε στα κύματα της σκέψης χρόνο να διαμορφωθούν. Να περάσουν από τον αόριστο κυματισμό στη σαφή μορφή. Τότε, ο λόγος μας θα αρχίσει ξανά να μοιάζει με την ήρεμη ακτή που υποδέχεται το κύμα, όχι για να το διαλύσει, αλλά για να του δώσει σχήμα.
Ό,τι και να σκέφτομαι είναι λίγο. Περιμένω τις απαντήσεις του σοφού γιατρού.
Γιάννης Βαθυάς