
Η επικοινωνία έχει πάψει να είναι μια ευθύγραμμη διαδικασία. Η έννοια του ενός που μιλά και των πολλών που ακούν έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Όλα αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Αυτό που μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες φάνταζε δεδομένο, ότι, δηλαδή, μια εξουσία μπορούσε να επιβάλει τον δικό της λόγο ως τη μόνη εκδοχή της πραγματικότητας, σήμερα μοιάζει σαν σκουριασμένο εργαλείο που έχει χάσει την αποτελεσματικότητά του. Ο γκεμπελισμός, ως τεχνική επιβολής της ψευδούς αλήθειας μέσω επανάληψης, είναι απομεινάρι ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια.
Η ευρύτερη διάχυση της μόρφωσης είναι ένας πρώτος λόγος. Ακόμα κι αν η εκπαίδευση συχνά κατηγορείται για τυποποίηση και συμβατικότητα, δεν παύει να εξοπλίζει τις κοινωνίες με βασικά φίλτρα αντίληψης και κριτικής. Η επαφή με την ιστορία, τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές επιστήμες, αλλά και με την ίδια την έννοια της πολυφωνίας, καθιστά δυσκολότερη την τυφλή αποδοχή ενός κατασκευασμένου ψεύδους. Ο πολίτης σήμερα, ακόμα κι όταν πέφτει θύμα παραπληροφόρησης, γνωρίζει ότι υπάρχει αντίλογος κάπου αλλού, διαθέσιμος σε λίγα δευτερόλεπτα. Η αμφιβολία, που κάποτε έπρεπε να ψάξει κανείς επίπονα να βρει, τώρα έρχεται με ένα κλικ.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν σαν ο απόλυτος καταλύτης σε αυτή την αλλαγή. Αν στο παρελθόν ένα ψέμα είχε τον χρόνο να στεριώσει και να γίνει κοινή πεποίθηση προτού φανεί το αντίθετο, σήμερα η διαδικασία είναι σχεδόν ταυτόχρονη. Η ίδια πρόταση που διατυπώνεται από κάποιο κέντρο ισχύος συνοδεύεται σχεδόν αμέσως από χιλιάδες σχολιαστές που την αποδομούν, την ειρωνεύονται, τη γελοιοποιούν, την αντιστρέφουν. Η δύναμη της επανάληψης, ο βασικός άξονας της γκεμπελικής μεθοδολογίας, θρυμματίζεται από την πληθώρα των αντίθετων πληροφοριών. Ακόμα κι αν μια ομάδα επιχειρεί να επιβάλει το αφήγημά της, θα βρει μπροστά της ένα πλήθος που λειτουργεί σαν καθρέφτης, παραμορφώνοντας και επιστρέφοντάς της την εικόνα σε απρόβλεπτες μορφές.
Η επικοινωνία έχει γίνει τόσο δύσκολη ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πλέον μονοπώλιο στην παραγωγή της. Κάθε άνθρωπος είναι πομπός και δέκτης ταυτόχρονα. Μια απλή ανάρτηση μπορεί να αποκτήσει εμβέλεια που άλλοτε απαιτούσε εφημερίδες ή κανάλια, ενώ οι μηχανισμοί ελέγχου και λογοκρισίας αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί σε ένα περιβάλλον όπου οι πληροφορίες αναδημοσιεύονται, μεταμφιέζονται και ξεφεύγουν από κάθε φίλτρο. Η ίδια η φύση των δικτύων υπονομεύει κάθε απόπειρα συγκεντρωτικού ελέγχου.
Η συζήτηση για το αν έχει μεγαλύτερη σημασία το μέσον ή το μήνυμα αποκτά σε αυτό το πλαίσιο ξεχωριστό βάρος. Το μήνυμα, όσο καλοφτιαγμένο και αν είναι, δεν στέκει πλέον μόνο του. Η πλατφόρμα μέσα από την οποία μεταδίδεται διαμορφώνει την πρόσληψή του. Ένα διάγγελμα στην τηλεόραση δεν έχει πια την ίδια ισχύ, γιατί αμέσως κόβεται σε αποσπάσματα, γίνεται αστείο στο TikTok, αντικείμενο οργής στο x, πεδίο ανάλυσης στο facebook. Το μέσον πολλαπλασιάζει τις οπτικές, απογυμνώνει την αυθεντία, μετατρέπει τον εκφωνητή σε συμμετέχοντα μιας δημόσιας σκηνής όπου δεν έχει τον έλεγχο. Ο γκεμπελισμός ήταν δομημένος πάνω σε μέσα που έδιναν την ψευδαίσθηση του αδιαμφισβήτητου. Σήμερα, η ίδια η φύση των μέσων ακυρώνει την ψευδαίσθηση.
Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι η εποχή μας είναι άτρωτη απέναντι στην προπαγάνδα ή την παραπληροφόρηση. Αντίθετα, η δυσκολία βρίσκεται πλέον όχι στο ότι επιβάλλεται μία ψευδής πληροφορία ή άποψη αλλά στο ότι κυκλοφορούν εκατοντάδες, αντιφατικές και αλληλοαναιρούμενες. Ο πολίτης δεν κινδυνεύει από το ένα ψέμα που θα γίνει αλήθεια μέσω της επανάληψης, αλλά από τον καταιγισμό ψεμάτων που καθιστούν την ίδια την αλήθεια δυσεύρετη. Η υπερπληροφόρηση και η σύγχυση λειτουργούν σαν νέες μορφές χειραγώγησης, χωρίς όμως να μπορούν να πάρουν τη μορφή ενός ενιαίου δόγματος.
Το κουβάρι αυτό κάνει την επικοινωνία σε όλα τα επίπεδα εξαιρετικά δύσκολη. Οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να περάσουν μηνύματα, οι επιχειρήσεις να χτίσουν σταθερές εικόνες, οι πολίτες να βρουν στέρεες αναφορές. Η αλήθεια δεν είναι πλέον η μία που προστατεύεται ή κατακρημνίζεται, αλλά ένα πεδίο μάχης όπου κάθε φωνή, κάθε αλήθεια διεκδικεί τον δικό της χώρο. Μέσα σε αυτό το πεδίο, ο σκουριασμένος γκεμπελισμός μοιάζει με όπλο περασμένων αιώνων, που ούτε ο πιο ανόητος δεν θα χρησιμοποιούσε.
Γιάννης Βαθυάς