
Έχω εξυμνήσει άπειρες φορές το ιδιαίτερο κάλλος των Κυκλάδων και της Άνδρου και εξακολουθώ διότι είναι απαράμιλλο. Βασικό στοιχείο του κάλλους αυτού είναι το νησιωτικό λευκό που η δημοτική αρχή αλλά και οι ίδιοι οι κάτοικοι επιμελούνται με πολλή διάθεση παρά τον κόπο που απαιτείται. Ωστόσο, κάποιοι σθεναρά αντιδρούν σε κάθε τι όμορφο και μολύνουν παντοιοτρόπως τον δημόσιο χώρο. Αφορμή για τούτο το κείμενο είναι η εικόνα που παραθέτω, η οποία, κατά πληροφορίες φίλων εμφανίζεται σε αρκετά σημεία του νησιού.
Υποτίθεται ότι ο δημόσιος χώρος είναι το κοινό μας σαλόνι. Το πλακόστρωτο, οι τοίχοι, οι στάσεις λεωφορείου, οι γέφυρες, όλα αυτά τα μοιραζόμαστε, όπως μοιραζόμαστε τον αέρα που αναπνέουμε. Κι όμως, ζώντας σε μια χώρα όπου η φράση «ό,τι είναι κοινό, δεν είναι κανενός» έχει πάρει διαστάσεις εθνικού αξιώματος, ο δημόσιος χώρος έχει μετατραπεί σε ένα τεράστιο τετράδιο κακογραμμένων σημειώσεων. Ο καθένας θεωρεί χρέος του να αφήσει το ίχνος του, μια υπογραφή με σπρέι, ένα φτηνό σύνθημα, έναν αυθαίρετο μονόλογο γραμμένο με μαρκαδόρο ή μπογιά.
Οι τοίχοι των μεγάλων πόλεων μοιάζουν πλέον με άθλια προκήρυξη που γράφτηκε τη νύχτα από κάποιον που δεν ήταν νηφάλιος. Συνθήματα πολιτικά, ερωτικά, ποδοσφαιρικά, ακόμα και θρησκευτικά, όλα ανακατεμένα σε έναν σουρεαλιστικό χυλό, χωρίς συνοχή, χωρίς αισθητική, χωρίς καν σεβασμό στη γλώσσα. «Κάτω το σύστημα», «Θρύλε γερά», «Μαρία σ’ αγαπώ», όλα στον ίδιο καμβά. Από τη μία η ανατροπή του συστήματος, από την άλλη η λατρεία σε έναν σέντερ φορ και, λίγο πιο δίπλα, μια καρδούλα με βέλος. Αν μη τι άλλο, ο τοίχος αποδεικνύεται πιο δημοκρατικός και από το ίδιο το Σύνταγμα, φιλοξενεί όλες τις φωνές, αλλά τις ισοπεδώνει όλες στο επίπεδο της μουτζούρας.
Ας μιλήσουμε λίγο για την …καλλιτεχνία. Οι οπαδοί των tags και των γκράφιτι ισχυρίζονται πως πρόκειται για έκφραση. Σαφώς, αλλά η έκφραση χρειάζεται και κοινό, χρειάζεται, κυρίως, πλαίσιο. Αν το έργο σου μοιάζει με ιατρική συνταγή γραμμένη σε νταλίκα που πήρε στροφή με 120, τότε μάλλον δεν μιλάμε για τέχνη. Το να μετατρέπεις κάθε τοίχο, κάθε μάρμαρο, κάθε ρολό ασφαλείας σε ακατανόητο πασάλειμμα δεν είναι καλλιτεχνική επανάσταση αλλά βανδαλισμός ντυμένος με ψευδοαισθητικό μανδύα. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες από αυτές τις …δηλώσεις δεν έχουν τίποτα το επαναστατικό. Είναι περισσότερο η αγωνιώδης προσπάθεια κάποιου να αφήσει το όνομά του, έστω κι αν αυτό καταλήγει να είναι μια μουντζούρα που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει.
Και το χειρότερο. Η εικόνα αυτή παράγει συνήθεια. Ο πολίτης που περνάει δίπλα από το βανδαλισμένο κτήριο, τη γεμάτη συνθήματα γέφυρα, το λερωμένο άγαλμα, σιγά σιγά συνηθίζει τη φθορά. Μαθαίνουμε να ζούμε μέσα στην ασχήμια, σαν να είναι φυσικό φαινόμενο. Η αδιαφορία παγιώνεται, ο πήχης κατεβαίνει, και τελικά το άσχημο γίνεται ο κανόνας. Η πόλη μετατρέπεται σε σκηνικό παρακμής, σε διαρκή υπενθύμιση ότι δεν μας νοιάζει. Είναι η σιωπηλή παραδοχή ότι το κοινό μας σπίτι δεν αξίζει φροντίδα.
Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως, πίσω από την ψευδοεπαναστατικότητα των επιγραφών κρύβεται μια ανώριμη εγωπάθεια. «Να με δείτε, να με ακούσετε, να με διαβάσετε». Κανένα ενδιαφέρον για τον διπλανό, καμιά σκέψη ότι το μήνυμά σου καταστρέφει ένα μνημείο, ένα κτίριο, ένα κομμάτι ιστορίας, ένα στοιχείο πολιτισμού. Είσαι εσύ και το σπρέι σου και ένας τοίχος που δεν μπορεί να αντισταθεί. Μοιάζει περισσότερο με πράξη βίας παρά με πράξη έκφρασης.
Η ειρωνεία είναι ότι εκεί όπου ο δημόσιος διάλογος θα μπορούσε να ανθίσει, στις πλατείες, στα φόρουμ, στις αίθουσες, καταλήγει να αποτυπώνεται με μαρκαδόρο σε τουαλέτες. Και δεν είναι ότι οι απόψεις αυτές είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένες, είναι ότι το μέσο τις ακυρώνει. Η σοβαρή κριτική γίνεται γκράφιτι σε κάδο σκουπιδιών, και ο ερωτικός σπαραγμός γίνεται σπρέι πάνω σε μνημείο. Δεν είναι μόνο ασχήμια, είναι και γελοιοποίηση.
Ο δημόσιος χώρος είναι καθρέφτης μας. Και αυτή τη στιγμή, ο καθρέφτης μας είναι γεμάτος μουτζούρες. Αν θέλουμε πόλεις που να εμπνέουν σεβασμό, αν θέλουμε δρόμους που να καλλιεργούν αισθητική, αν θέλουμε να ζούμε σε χώρους που να μας τιμούν, τότε η ανοχή στη φθορά δεν μπορεί να είναι επιλογή. Δεν είναι λογοκρισία να απαιτούμε καθαρό δημόσιο χώρο. Είναι στοιχειώδης ευθύνη προς τον εαυτό μας και τους άλλους.
Γιατί, στο τέλος, το μόνο σύνθημα που μένει είναι αυτό που φωνάζει η ίδια η πόλη, «Βαρέθηκα να με κακοποιείτε».
Γιάννης Βαθυάς