Παράθυρα ανοιχτά, παράθυρα κλειστά, παράθυρα σφαλιστά

Οι περίπατοι στη Χώρα της Άνδρου, το πρωί, το απομεσήμερο, τη νύχτα, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας λειτουργούν σαν τροφεία σκέψης, λες κι ο τόπος δημιουργήθηκε από φιλοσόφους, οι οποίοι ήθελαν να μεταφέρουν σε κάθε γενιά και από κάθε γωνιά μια διάσταση της ζωής κλασική και μοντέρνα μαζί. Σήμερα, βαδίζοντας προς ένα σημείο που κατορθώνει και περιλαμβάνει κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική, ανδριώτικη ταυτότητα, κι ένα πάντα φρεσκαρισμένο σοκάκι με μια πολύ ιδιαίτερη, σαν πίνακας με λευκό, γκρι, κεραμιδί, ώχρα, πράσινο, θέαση του Τουρλίτη και της Αγίας Θαλασσινής, το μάτι μου έπεσε σε παράθυρα.

Υπάρχει κάτι σχεδόν μεταφυσικό στη σχέση μας με τα παράθυρα. Όχι μόνο ως αρχιτεκτονικά ανοίγματα στον τοίχο, αλλά ως στάσεις απέναντι στον κόσμο. Το ανοιχτό παράθυρο υπόσχεται αέρα, φως, θόρυβο, ζωή. Το κλειστό παράθυρο εγγυάται ασφάλεια, έλεγχο, σιωπή. Και το σφαλιστό, αυτό το ενδιάμεσο καθεστώς, μοιάζει με μια διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα στο μέσα και το έξω, στο γνωστό και το απρόβλεπτο.

Τώρα που η πληροφορία διαπερνά τους τοίχους με την ίδια ευκολία που άλλοτε περνούσε το αεράκι, τα παράθυρα έχουν αποκτήσει μια νέα σημασία. Δεν είναι μόνο τα τζάμια που κοιτούν στον δρόμο, αλλά και οι οθόνες που ανοίγονται σε έναν αχανή, ψηφιακό κόσμο. Κάθε ειδοποίηση, κάθε τίτλος ειδήσεων, κάθε ανάρτηση είναι ένα μικρό άνοιγμα προς τα έξω. Κι όμως, όσο περισσότερο ανοίγουμε αυτά τα άυλα παράθυρα, τόσο περισσότερο φαίνεται να σφαλίζουμε τα πραγματικά.

Η δημοσιογραφία είναι το κατεξοχήν ανοιχτό παράθυρο της κοινωνίας προς τον εαυτό της. Μια υπόσχεση ότι όσα συμβαίνουν θα έρθουν στο φως. Το ρεπορτάζ, η έρευνα, η μαρτυρία ήταν πάντα οι τρόποι να σπάσει το τζάμι της σιωπής. Σήμερα όμως, σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, το πρόβλημα δεν είναι πια μόνο ποια παράθυρα ανοίγουν, αλλά και ποια παραμένουν ερμητικά κλειστά από επιλογή.

Το ανοιχτό παράθυρο δεν είναι πάντα απελευθερωτικό. Μπορεί να γίνει και πηγή άγχους. Ο συνεχής βομβαρδισμός από εικόνες κρίσεων, πολέμων, καταστροφών δημιουργεί μια παράδοξη κόπωση. Γνωρίζουμε περισσότερα από ποτέ, αλλά αισθανόμαστε λιγότερο ικανοί να δράσουμε. Έτσι, πολλοί επιλέγουν να κλείσουν το παράθυρο. Όχι από αδιαφορία, αλλά από αυτοπροστασία. Η σιωπή γίνεται καταφύγιο, η άγνοια μια μορφή ψυχικής υγείας.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις, την πλήρη έκθεση και την πλήρη απομόνωση, βρίσκεται το σφαλιστό παράθυρο. Είναι η επιλογή να βλέπεις, αλλά φιλτραρισμένα. Να ακούς, αλλά επιλεκτικά. Να ενημερώνεσαι, αλλά μέσα από πηγές που επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύεις. Οι αλγόριθμοι των κοινωνικών δικτύων λειτουργούν ακριβώς έτσι, ως αόρατα παντζούρια που ρυθμίζουν τι μπαίνει και τι μένει απ’ έξω. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία όπου ο καθένας ζει πίσω από το δικό του ημίκλειστο παράθυρο, βλέποντας έναν κόσμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του.

Αυτή η επιλεκτική θέαση έχει συνέπειες. Όταν τα παράθυρα ανοίγουν μόνο προς οικείες απόψεις και γνώριμες αφηγήσεις, ο δημόσιος διάλογος φτωχαίνει. Η διαφωνία μετατρέπεται σε απειλή, η πολυπλοκότητα σε ενόχληση. Προτιμούμε τον καθαρό αέρα της βεβαιότητας από το ρεύμα της αμφιβολίας. Κι όμως, η δημοκρατία προϋποθέτει ανοιχτά παράθυρα, τη δυνατότητα να δούμε τον κόσμο και μέσα από τα μάτια του άλλου.

Κάπου εδώ, όμως, το παράθυρο παύει να είναι μόνο κοινωνικό ή πολιτικό και γίνεται βαθιά προσωπικό. Στις ανθρώπινες σχέσεις, τα παράθυρα είναι εκείνα τα μικρά ανοίγματα που επιτρέπουν στον άλλον να δει μέσα μας, τις σκέψεις, τους φόβους, τις επιθυμίες, τις πληγές. Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τα παράθυρα της ψυχής τους ορθάνοιχτα, εκτεθειμένοι στο βλέμμα και την κρίση των άλλων. Υπάρχουν κι εκείνοι που τα κρατούν ερμητικά κλειστά, φοβούμενοι ότι κάθε ρεύμα οικειότητας θα φέρει μαζί του και την πιθανότητα του πόνου.

Οι περισσότερες σχέσεις, ωστόσο, κατοικούν στον χώρο του σφαλιστού παραθύρου. Δείχνουμε όσα αντέχουμε να δείξουμε. Αποκαλύπτουμε όσα πιστεύουμε ότι δεν θα χρησιμοποιηθούν εναντίον μας. Κρατάμε ένα μικρό περιθώριο, μια χαραμάδα ελέγχου, από όπου περνά μόνο τόσο φως όσο χρειάζεται για να μην βυθιστούμε στο σκοτάδι της μοναξιάς, αλλά όχι τόσο ώστε να κινδυνεύσουμε από την πλήρη έκθεση.

Κάθε σχέση είναι μια διαπραγμάτευση παραθύρων, πότε ανοίγεις, πότε κλείνεις, πότε αφήνεις το τζάμι μισό για να μπει λίγος αέρας εμπιστοσύνης χωρίς να παρασυρθείς από την καταιγίδα της ευαλωτότητας. Η οικειότητα δεν είναι τίποτε άλλο από τη σταδιακή μετακίνηση του παραθύρου προς το άνοιγμα. Και η προδοσία, ίσως, η απότομη είσοδος του κρύου όταν πίστεψες ότι ήσουν ασφαλής.

Η φιλοσοφία μας έχει προειδοποιήσει εδώ και αιώνες για τον κίνδυνο της αυτάρκειας. Το να κλείνεις το παράθυρο μπορεί να σε προστατεύει από τη θύελλα, αλλά σε στερεί και από την ανανέωση. Ο αέρας που δεν κυκλοφορεί λιμνάζει. Οι ιδέες και οι σχέσεις που δεν δοκιμάζονται στον έξω κόσμο μαραίνονται. Μια κοινωνία, αλλά και ένας άνθρωπος, που φοβάται να ανοίξει τα παράθυρά του κινδυνεύει να πνιγεί μέσα στις ίδιες του τις βεβαιότητες.

Και όμως, το να κρατάς τα παράθυρα διαρκώς ανοιχτά δεν είναι λύση. Η πλήρης διαφάνεια μπορεί να γίνει εξίσου καταπιεστική με το απόλυτο σκοτάδι. Χρειαζόμαστε στιγμές περισυλλογής, χώρους όπου μπορούμε να επεξεργαστούμε όσα είδαμε και ακούσαμε χωρίς τον θόρυβο του δρόμου, αλλά και χωρίς την αδιάκριτη ματιά του άλλου.

Το πιο ώριμο μοντέλο μοιάζει να είναι εκείνο του συνειδητά σφαλιστού παραθύρου. Όχι ως άρνηση του κόσμου ή των άλλων, αλλά ως πράξη επιλογής. Να ανοίγουμε όταν χρειάζεται να εκτεθούμε στην πραγματικότητα ή στην αγάπη, να κλείνουμε όταν πρέπει να προστατευτούμε, και να αφήνουμε ένα μικρό άνοιγμα για τον διάλογο, την αμφιβολία, την εμπιστοσύνη.

Στην εποχή μας που τα σύνορα ανάμεσα στο μέσα και το έξω γίνονται όλο και πιο ρευστά, τα παράθυρα παραμένουν μια ισχυρή μεταφορά για το πώς στεκόμαστε απέναντι στην αλήθεια και απέναντι στους άλλους. Ανοιχτά, κλειστά ή σφαλιστά, δεν είναι ποτέ ουδέτερα. Είναι πάντα δηλώσεις για το τι φοβόμαστε, τι επιθυμούμε και τι είμαστε διατεθειμένοι να δείξουμε.

Γιάννης Βαθυάς

Συνεχίστε την ανάγνωση