
Στον καθημερινό πρωινό περίπατο στην Αγορά θυμήθηκα την υπόμνηση ευγενεστάτης Ανδριώτισσας, μετά τις πόρτες, να αναφερθώ και στα μπαλκόνια. Τα μπαλκόνια, όπως και οι πόρτες, δεν είναι απλώς αρχιτεκτονικά στοιχεία. Είναι δηλώσεις ζωής. Ο ήλιος, σύμμαχος και βοηθός, έλουζε με το ασήμι του το σχεδόν ακύμαντο σήμερα Παραπόρτι. Οι γάτες σταθερές στα πόστα τους, αμετακίνητοι φύλακες μιας καθημερινότητας που επαναλαμβάνεται χωρίς να κουράζει. Οι κυρίες των καταστημάτων στον πρωινό καφέ τους, μπροστά του ο φημισμένος πρωινός καφές των πολιτικών γραφείων ωχριά. Και πάνω από όλα, διακριτικά αλλά παρόντα, τα μπαλκόνια.
Στην Άνδρο, τα μπαλκόνια δεν κραυγάζουν. Δεν έχουν ανάγκη να επιδειχθούν. Στέκονται λίγο πίσω από τον δρόμο, σαν παρατηρητές που έχουν δει πολλά και δεν βιάζονται να μιλήσουν. Άλλα σιδερένια, με καμπύλες που προδίδουν άλλες εποχές και τεχνίτες με υπομονή. Άλλα πέτρινα, δεμένα οργανικά με το σώμα του σπιτιού. Και κάποια πιο λιτά, νεότερα, που όμως σέβονται το τοπίο, σαν να ζητούν άδεια προτού φανούν.
Στις Κυκλάδες, το μπαλκόνι είναι το κατώφλι ανάμεσα στο μέσα και στο έξω. Δεν είναι ούτε πλήρης απομόνωση ούτε απόλυτη έκθεση. Στην Άνδρο, αυτό το κατώφλι αποκτά βάθος χρόνου. Από αυτά τα μπαλκόνια κοιτάχτηκαν καράβια που έφευγαν και επέστρεφαν, άνθρωποι που έμειναν και άνθρωποι που έφυγαν χωρίς να πάψουν να ανήκουν. Εκεί ειπώθηκαν καληνύχτες, εκεί σιώπησαν ειδήσεις, εκεί περίμενε η υπομονή.
Η ανδριώτικη αρχιτεκτονική, πιο πλούσια σε υλικά και αποχρώσεις από άλλες Κυκλάδες, επιτρέπει στα μπαλκόνια να έχουν χαρακτήρα. Δεν είναι όλα λευκά, δεν είναι όλα ίδια. Το χρώμα, η πέτρα, το σίδερο συνυπάρχουν χωρίς να συγκρούονται. Και πάνω τους πολλές φορές φυτά, βασιλικός, γιασεμί, αρμπαρόριζα. Όχι ως διακόσμηση, αλλά ως ανάγκη επαφής με τη ζωή. Μια μικρή πράσινη άρνηση στην ακαμψία της πέτρας.
Τα μπαλκόνια είναι και χώροι κοινωνικότητας. Από εκεί ανταλλάσσονται χαιρετισμοί, σχολιάζεται ο καιρός, παρακολουθείται η κίνηση της αγοράς. Στην Άνδρο, όμως, κρατούν και μια διακριτική εσωστρέφεια. Ίσως επειδή το νησί έμαθε να ζει χωρίς να εξαρτάται από το βλέμμα του επισκέπτη. Έμαθε να στηρίζεται στη ναυτοσύνη του, στον μόχθο, στη μνήμη και στη συνέχεια.
Αν περπατήσεις στη Χώρα και σηκώσεις το κεφάλι, θα δεις ιστορίες. Μπαλκόνια με παντζούρια μισόκλειστα, σαν μάτια που δεν κοιμούνται ποτέ εντελώς. Άλλα φροντισμένα, που δηλώνουν παρουσία και αγάπη. Και κάποια σιωπηλά αλλά χωρίς παράπονο. Γιατί κι αυτά ανήκουν στο τοπίο, όπως ανήκει και η απουσία.
Φιλοσοφικά, το μπαλκόνι είναι υπενθύμιση μέτρου. Δεν είναι πλατεία, δεν είναι δωμάτιο. Είναι χώρος παύσης. Εκεί βγαίνεις για να ανασάνεις, να δεις χωρίς να αναμειχθείς, να σκεφτείς χωρίς να εξηγείς. Στην Άνδρο, αυτή η παύση μοιάζει αναγκαία. Το νησί σε μαθαίνει να μην βιάζεσαι, να παρατηρείς προτού κρίνεις.
Και τότε, χαμηλά πια στη διαδρομή της σκέψης, σχεδόν σαν φυσική συνέχεια όλων των παραπάνω, εμφανίζεται το ευγενικό κορίτσι. Με αέρινες κινήσεις, φροντίζει να λάμπει η αγορά και να μην υπάρχει ούτε ένα φύλλο. Το μοναδικό πλακόστρωτο αναδεικνύεται όχι από τον χρόνο αλλά από τη φροντίδα του παρόντος. Δεν κάνει θόρυβο, δεν ζητά αναγνώριση. Κι όμως, χωρίς αυτήν, τίποτα από όσα θεωρούμε αυτονόητα δεν θα λειτουργούσε το ίδιο.
Έχουμε μάθει να αναφερόμαστε στους σημαντικούς. Σε όσους μιλούν, αποφασίζουν, εμφανίζονται. Όμως η δουλειά αυτού του κοριτσιού είναι η ουσιαστική. Είναι η αθόρυβη συνάντηση κατοίκων και επισκεπτών με ένα στοιχείο πολιτισμού που σπάνια κατονομάζουμε, την ευπρεπή καθημερινότητα. Εκείνη που δεν επιδεικνύεται, δεν διαφημίζεται, αλλά καθορίζει την εμπειρία του τόπου.
Η Άνδρος δεν είναι μόνο τα μπαλκόνια που αγναντεύουν τη θάλασσα. Είναι οι άνθρωποι που, χωρίς να το γνωρίζουν ίσως, κρατούν αυτό το βλέμμα καθαρό. Όσο υπάρχουν μπαλκόνια με λουλούδια και άνθρωποι που φροντίζουν τον δρόμο κάτω από αυτά, υπάρχει χώρος για προσμονή. Και αυτό είναι ένα αισιόδοξο μήνυμα ζωής.
Γιάννης Βαθυάς