
Η Άρνη, η αποκαλούμενη και Ελβετία της Άνδρου, σήμερα Κυριακή 7 Δεκεμβρίου, έμοιαζε να έχει φορέσει το πιο όμορφο πρόσωπό της. Το χωριό, κουρνιασμένο ανάμεσα στις πλαγιές που το αγκαλιάζουν αιώνες τώρα, άφηνε την υγρασία, την ομίχλη και το τρεχούμενο νερό να γίνουν ο προλογισμός μιας ημέρας που δεν ήταν απλώς μια γιορτή γεύσεων, αλλά μια βουτιά στη μνήμη ενός τόπου. Στην τρίτη δράση του Υβριδικού Φεστιβάλ Γαστρονομίας Μικρά Αγγλία από τον Σύλλογο Γυναικών Άνδρου και το Andros Cultural Paths, η φύση συμμετείχε εκούσια, σαν να γνώριζε πως όσα θα ακουγόντουσαν και θα μαγειρεύονταν είχαν ρίζες πολύ πιο βαθιές από τις ρίζες των πλατάνων που σκεπάζουν το χωριό.
Οι γυναίκες στην κουζίνα είχαν αναλάβει τον ρόλο τους με έναν τρόπο που μόνο εκείνες μπορούν. Αθόρυβο, σεμνό και γεμάτο γνώση. Η παρουσίασή τους για την μπρούστουλα και τα προβάσια δεν ήταν απλώς μια επίδειξη συνταγών, ήταν μια αποκάλυψη ψυχής. Με κινήσεις μεθοδικές, όπως τις έμαθαν από τις μανάδες και τις γιαγιάδες τους, έδειξαν πώς κάθε υλικό πρέπει να αφεθεί να μιλήσει, πως το μαγείρεμα απαιτεί χρόνο, φροντίδα και αγάπη. Οι επισκέπτες παρακολουθούσαν με προσήλωση, σαν να άκουγαν παλιό παραμύθι που κινδυνεύει να χαθεί αν δεν το κρατήσεις ζωντανό.
Η μυρωδιά των προβάσιων απλώθηκε γρήγορα ανάμεσα στα τραπέζια. Έφερε σχόλια, χαμόγελα, ερωτήσεις και μια αίσθηση οικειότητας. Δεν ήταν μόνο φαγητό, ήταν γεύση που κουβαλούσε ιστορίες. Το ίδιο κι η μπρούστουλα, απαλή, ζεστή και απλή, σαν απόσταγμα του χαρακτήρα του χωριού. Όσοι δοκίμαζαν τα πιάτα δεν έπαιρναν μόνο μια γαστρονομική εμπειρία. Έπαιρναν έναν μικρό καθρέφτη μιας ζωής που κάποτε ήταν καθημερινότητα για τους προγόνους τους.
Και τότε, ανάμεσα σε αυτές τις μυρωδιές, τις ιστορίες των γυναικών και τα ψιθυρίσματα των πλατάνων, η φωνή της Βιργινίας Δούκισσα ήρθε σαν γέφυρα ανάμεσα στο σήμερα και σ’ ένα παρελθόν που ζει ακόμα. Με συγκίνηση, αλλά και δύναμη, μοιράστηκε μαζί μου κάτι πολύ προσωπικό, ένα κομμάτι της καρδιάς της που φώτισε με ακόμη περισσότερη ένταση την ουσία της εκδήλωσης.
«Τα σπίτια τα κάνουν οι άνθρωποι», είπε, «κι η αγάπη πάντα θα σε γυρίζει εκεί όπου έχεις αναμνήσεις, εμπειρίες και μυρωδιές. Ίσως είναι η νοσταλγία, ίσως η ανάγκη για ρίζες, ίσως ο φόβος μην ξεχαστούν όσα αγάπησα. Αλλά κάθε φορά που έρχομαι εδώ, νιώθω πως αυτός ο τόπος έχει κάτι να μου θυμίσει. Πως πρέπει να δώσει τη φινέτσα, την παράδοση και την ιστορία του, όπως έκανε σήμερα, μέσα από το Φεστιβάλ Γαστρονομίας».
Η φωνή της ταξίδεψε στο χώρο σαν παραμύθι. «Από μικρή είχα λάχταρα να έρθω στη γιαγιά και τον παππού. Το τζάκι άναβε, το φαγητό σιγοψηνόταν από το πρωί. Τους αγκάλιαζα κι έπειτα χανόμουν στα χωράφια, παίζοντας με τις βελανιδιές, τις καστανιές, φτιάχνοντας καταφύγια στα ρυάκια. Μαζεύαμε αυγά με τη γιαγιά· μου έλεγε κάθε φορά “Φάτο, είναι η δύναμή σου!”. Ο παππούς με έπαιρνε μαζί του στις κατσίκες, για να αρμέξει το γάλα που θα γινόταν το πιο νόστιμο τυρί του κόσμου.»
Γέλασε γλυκά συνεχίζοντας: «Στο κατώι, πάντα κάποιος έτρωγε μια κουτουλιά ή εγώ ή ο παππούς. Κι εκείνος γελούσε. Μου έλεγε: “Σήμερα που ήρθατε, θα βγάλουμε από το καλό κρασί!”. Κι εγώ σκεφτόμουν υπάρχει καλό ή κακό κρασί; Τώρα ξέρω. Υπάρχει μόνο το κρασί των ανθρώπων που αγαπάς.»
Η αφήγησή της έγινε πιο ήρεμη, σαν προσευχή: «Με τη γιαγιά κατηφορίζαμε κάθε απόγευμα να ανάψουμε τα καντήλια στην Αγία Βαρβάρα και στον Άγιο Γιάννη. Ήταν η δική μας ιεροτελεστία. Γυρνούσαμε, κάναμε καφέ κι απολαμβάναμε γλυκά του κουταλιού και φρέσκους κουραμπιέδες από τον ξυλόφουρνο. Αυτές οι στιγμές ήταν το σπίτι μου όσο τίποτε άλλο».
Μέσα στη βροχερή ατμόσφαιρα και την ομορφιά της ημέρας, η Βιργινία άφησε για το τέλος της διήγησής της το πιο συγκινητικό: «Σαν να τους βλέπω γύρω μου. Σαν να καμαρώνουν. Ο θείος Υπάτιος και η θεία Μαρία, άξιοι συνεχιστές, μετέτρεψαν αυτό το σπίτι σε έναν μικρό παράδεισο. Ό,τι αγγίζω εδώ έχει μια ιστορία. Ένα εργαλείο που άφησε ο παππούς την τελευταία φορά, ένα φυτό που ποτίζαμε με τη γιαγιά. Νιώθω πως τους κρατάω λίγο ακόμη, έστω μέσα από τις μυρωδιές του χώματος και το παιχνίδισμα του φωτός στα φύλλα. Σήμερα, κοιτάζοντας τον τόπο να ανασαίνει ξανά, νιώθω πως φτιάξαμε μια γέφυρα με όσους αγαπήσαμε από τα παλιά. Μια υπόσχεση πως ό,τι δημιούργησαν με τα χέρια και την αγάπη τους δεν θα χαθεί ποτέ.»
Τα λόγια της Βιργινίας δεν ήταν απλώς μια προσωπική ιστορία. Ήταν η απόδειξη πως η παράδοση δεν επιβιώνει από συνταγές, επιβιώνει από μνήμες. Γίνεται δέντρο που ριζώνει βαθιά στον χρόνο και φέρνει καρπούς στα χέρια όσων συνεχίζουν να τιμούν τον τόπο.
Η εκδήλωση του Συλλόγου δεν ήταν μόνο γαστρονομική. Ήταν μια πράξη κοινότητας. Ήταν η στιγμή όπου το παρελθόν και το παρόν συναντήθηκαν πάνω από μια κατσαρόλα που σιγόβραζε. Φεύγοντας, πολλοί κοιτούσαν πίσω σαν να μην ήθελαν να ξεχάσουν ούτε το φως, ούτε τη μυρωδιά, ούτε τις φωνές. Γιατί η Άρνη, αυτή τη μέρα, θύμισε σε όλους πως ο τόπος δεν είναι πέτρες και σπίτια. Είναι οι άνθρωποί του. Είναι οι ιστορίες τους. Είναι η αγάπη που επιμένει και κρατά ζωντανό το νήμα της παράδοσης.
Και μέσα σε αυτό το νήμα, η γαστρονομία δεν είναι απλώς γεύση. Είναι μνήμη. Είναι τρόπος να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Είναι το μονοπάτι που σε οδηγεί πίσω, εκεί όπου όλα ξεκίνησαν. Δεν υποτιμώ καθόλου τον κόκορα με το χοντρό μακαρόνι, ούτε τη μπρούστουλα (αρβανίτικη η λέξη, το ψωμί που έφτιαχναν την πρωτοχρονιά), ούτε το κατσικάκι με τα προβάσια (χόρτα που μαζεύονται κοντά στη θάλασσα, τα συγκεκριμένα ήταν από το Συνετί). Θα προτιμώ όμως πάντα να τιμώ περισσότερο τους τόπους, τους ανθρώπους τους.
Γιάννης Βαθυάς