Για το καλό του τόπου

Από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, η ιστορία της ανθρωπότητας γράφεται με τον ίδιο, κουραστικά επαναλαμβανόμενο τρόπο. Συγκρούσεις, πόλεμοι, ανακατατάξεις. Κι αν κάποιος απογυμνώσει τη ρητορική, τα ιδεολογικά περιτυλίγματα και τις μεγαλοστομίες, θα μείνει με ένα απλό, σχεδόν πεζό ερώτημα, για να μοιραστεί τι; Με ποιο διακύβευμα; Η απάντηση, όσο κι αν αλλάζει μορφές μέσα στους αιώνες, παραμένει σταθερά γήινη. Πλούτος, πόροι, επιρροή. Στη σύγχρονη εποχή, η απάντηση αυτή βρίσκεται σχεδόν συμβολικά στις αντλίες της βενζίνης. Εκεί όπου η παγκόσμια γεωπολιτική αποκτά τιμή ανά λίτρο.

Δεν είναι πια μυστικό ότι πίσω από τις περισσότερες διεθνείς εντάσεις κρύβεται η ενέργεια. Πετρέλαιο, φυσικό αέριο, πρώτες ύλες. Όλα όσα κινούν τις οικονομίες και, κατ’ επέκταση, τις ισορροπίες ισχύος. Οι πόλεμοι δεν ξεκινούν απότομα. Προετοιμάζονται αθόρυβα, ντύνονται με ιδεολογίες και παρουσιάζονται ως αναπόφευκτοι. Στην πραγματικότητα, όμως, σπάνια είναι κάτι περισσότερο από μια σκληρή διαπραγμάτευση με άλλα μέσα.

Κι ενώ σε διεθνές επίπεδο τα πράγματα μπορεί να φαίνονται σύνθετα, στο εσωτερικό μιας χώρας τα μοτίβα επαναλαμβάνονται με μικρότερη κλίμακα αλλά εξίσου έντονα. Στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ελλάδας, το έργο μοιάζει γνώριμο. Φωνές που υψώνονται, αντιπαραθέσεις που σκληραίνουν, και γύρω τους μια χορωδία από χειροκροτητές που ακολουθούν όχι το περιεχόμενο, αλλά τον τόνο. Όσο πιο δυνατά φωνάζει κάποιος, τόσο περισσότερο ακούγεται και τόσο περισσότερο επιβραβεύεται.

Το αποτέλεσμα; Οι πολλοί αποσύρονται. Δεν συμμετέχουν, δεν εμπλέκονται, δεν πιστεύουν. Απέχουν ακόμη και από την κορυφαία δημοκρατική στιγμή, τις εκλογές. Όχι από αδιαφορία, όπως συχνά κατηγορούνται, αλλά από απογοήτευση. Γιατί όταν η πολιτική γίνεται διαρκής θόρυβος, χάνει την ουσία της. Και όταν η ουσία χάνεται, η συμμετοχή παύει να έχει νόημα.

Αν αυτή είναι η εικόνα στο κέντρο, τι συμβαίνει στην περιφέρεια; Στη μικρή κοινωνία, εκεί όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, θα περίμενε κανείς περισσότερη συνεννόηση, περισσότερη εγγύτητα, περισσότερη κατανόηση. Κι όμως, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Φωνές, φωνές, φωνές. Ακόμη και για τα αυταπόδεικτα.

Ο δήμος κάνει κάτι; Γιατί το έκανε έτσι; Γιατί δεν το έκανε αλλιώς; Και γιατί δεν έκανε και εκείνο; Η κριτική, που θα έπρεπε να είναι εργαλείο βελτίωσης, μετατρέπεται σε αυτοσκοπό. Όχι για να διορθωθεί κάτι, αλλά για να επιβεβαιωθεί το εγώ. Ένα εγώ που σπάνια έχει το βλέμμα στραμμένο στο εμείς. Βεβαίως, η πρόφαση για το καλό του τόπου έχει διπλό σκοπό. Εγώ το θέλω, οι άλλοι όχι.

Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Όχι στη διαφωνία, η διαφωνία είναι υγεία για κάθε δημοκρατία. Αλλά στον τρόπο. Στο πώς εκφράζεται αυτή η διαφωνία. Στο πώς μετατρέπεται από διάλογο σε θόρυβο, από άποψη σε επίθεση, από συμμετοχή σε απομάκρυνση.

Ας το ξεκαθαρίσουμε. Το να λέει κάτι ο καθένας είναι όχι μόνο δικαίωμα αλλά και υποχρέωση. Η ελευθερία του λόγου δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Αυτό όμως που συχνά ξεχνιέται είναι το πώς. Εκείνο το πώς που μπορεί να ενώσει ή να διχάσει. Να προσελκύσει ή να απωθήσει. Να χτίσει ή να διαλύσει.

Και δυστυχώς, το πώς που κυριαρχεί σήμερα μοιάζει να διώχνει, κυρίως τους νέους. Όχι γιατί δεν έχουν άποψη, κάθε άλλο. Αλλά γιατί δεν βρίσκουν χώρο να την εκφράσουν χωρίς να εγκλωβιστούν σε έναν φαύλο κύκλο έντασης. Δεν θέλουν να φωνάξουν για να ακουστούν. Και όταν η μόνη επιλογή είναι αυτή, προτιμούν τη σιωπή.

Το ερώτημα, λοιπόν, γίνεται πιο επιτακτικό από ποτέ. Αντέχει ο πλανήτης άλλους πολέμους; Αντέχει η Ελλάδα αυτή τη διαρκή ένταση, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται καν από σαφές ιδεολογικό υπόβαθρο και ουσιαστική πρόοδο; Αντέχει μια μικρή κοινωνία να ζει μέσα σε τεχνητές συγκρούσεις που εξαντλούν χωρίς να παράγουν;

Η απάντηση, όσο δυσάρεστη κι αν είναι, φαίνεται να είναι αρνητική. Όχι γιατί οι κοινωνίες είναι αδύναμες, αλλά γιατί η φθορά είναι αθροιστική. Κάθε άσκοπη ένταση, κάθε περιττή σύγκρουση, κάθε φωνή που υψώνεται χωρίς λόγο, προσθέτει ένα μικρό βάρος. Και κάποια στιγμή, το βάρος αυτό γίνεται δυσβάσταχτο.

Αν κανείς ενδιαφέρεται για το καλό του τόπου, χρειάζεται μια απλή, αλλά δύσκολη στροφή. Λιγότερη ένταση, περισσότερη ουσία. Λιγότερη επίδειξη, περισσότερη συμμετοχή. Και κυρίως, λιγότερο εγώ, περισσότερο εμείς. Όχι ψευδεπίγραφα όπως κατά καιρούς εμφανίζεται αλλά ουσιαστικά.

Ούτε οι πόλεμοι κερδίζονται πραγματικά, ούτε ο πλανήτης και η χώρα προοδεύουν ούτε οι κοινωνίες προχωρούν μέσα από κραυγές. Προχωρούν μέσα από συνεννόηση, από εμπιστοσύνη, από μια κοινή αίσθηση σκοπού. Κι αυτό είναι ίσως το πιο πολύτιμο καύσιμο που έχουμε και το μόνο που δεν μπορούμε να αντλήσουμε από καμιά αντλία.

Γιάννης Βαθυάς

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *