
Η ζωή κάθε ανθρώπου είναι ένα ταξίδι. Όχι απλώς μια διαδρομή με αρχή και τέλος, αλλά ένα έπος – μια Οδύσσεια. Με περιπέτειες, σταθμούς, κινδύνους, μαθήματα, έρωτες, απώλειες. Και κάθε Έλληνας, είτε ναυτικός, είτε μετανάστης, είτε ξενιτεμένος επιστήμονας, κουβαλά μέσα του τον Οδυσσέα – εκείνον που ξεκινά, χάνεται, παλεύει και κάποτε, ίσως, επιστρέφει.
Η έννοια του νόστιμου ήματος – η μέρα της επιστροφής, της γλυκιάς επανόδου στην πατρίδα – είναι ριζωμένη βαθιά στον ψυχισμό του Έλληνα. Δεν είναι απλώς μια μέρα. Είναι ολόκληρη η ελπίδα που κρατά κάποιον όρθιο στα ξένα, στους ωκεανούς, στα εργοστάσια της Γερμανίας, στα καράβια του κόσμου, στα χειρουργεία της Μασαχουσέτης και στα υπόγεια της Αμερικής. Το νόστιμον ήμαρ είναι το όνειρο του ξενιτεμένου επιστήμονα, του ναυτικού, του μετανάστη. Είναι το άλλοθι της αντοχής.
Ο Καβάφης, στην «Ιθάκη» του, αποτυπώνει αυτή την Οδύσσεια με συγκλονιστική απλότητα. Δεν ενδιαφέρεται τόσο για την άφιξη όσο για την πορεία. Μας λέει:
> Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
> να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
> γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Η Ιθάκη δεν είναι μόνο τόπος – είναι ιδέα. Είναι στόχος, ελπίδα, νόστος. Είναι η αίσθηση πως κάπου, κάποτε, θα ξαναβρούμε τον εαυτό μας. Αλλά και αν δεν τον ξαναβρούμε, τουλάχιστον θα έχουμε μάθει.
Ο Καβάφης επιμένει:
> Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
> Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει,
> και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
> πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
> μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα: ότι ο δρόμος, με τις εμπειρίες του, είναι αυτός που σε πλουτίζει. Η Ιθάκη, όταν φτάσεις, μπορεί να είναι πια λιτή, ήρεμη, χωρίς υποσχέσεις. Αλλά εσύ έχεις αλλάξει. Έχεις ζήσει, έχεις γίνει.
Ας φανταστούμε όμως έναν γέρο νησιώτη – κάποιον που γεννήθηκε σε ένα βραχώδες νησί του Αιγαίου, με θέα το πέλαγος. Έφυγε νέος για την Αυστραλία ή την Αμερική, με μια βαλίτσα και μια φωτογραφία. Πέρασαν τα χρόνια. Δούλεψε σκληρά, έφτιαξε οικογένεια, αλλά η Ιθάκη του δεν τον άφησε ποτέ. Όχι μόνο σαν τόπος. Η Ιθάκη ήταν το σπίτι της μάνας του, η αλμύρα στο δέρμα του, η μυρωδιά του βασιλικού στο κατώφλι. Ήταν η γλώσσα του, οι λέξεις που ξεχνούσε, τα τραγούδια που άκουγε μόνο τα βράδια.
Κι όταν πια γέρασε και τα παιδιά του δεν μιλούν ελληνικά, κάθεται σιωπηλός στο μπαλκόνι του σπιτιού του στο Μόντρεαλ ή στη Μελβούρνη και βλέπει τον ήλιο να δύει. Και σκέφτεται:
«Άραγε θα φτάσω ποτέ; Θα ζήσω το νόστιμο ήμαρ μου; Ή μήπως η Ιθάκη μου ήταν όλο αυτό;»
Ο Καβάφης του απαντά:
> Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
> Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
> ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.
Αυτός ο γέρο νησιώτης είναι κάθε Έλληνας που φεύγει αλλά δεν ξεχνά. Που φτιάχνει τη ζωή του αλλού, αλλά ονειρεύεται το χώμα της πατρίδας του. Που κουβαλά την Ιθάκη του όχι στη βαλίτσα, αλλά στην ψυχή του.
Το έπος της ζωής
Η «ζωή», η ζωή μακριά από τον τόπο, είναι ένας άλλος τρόπος ύπαρξης. Δεν είναι απλή επιβίωση. Είναι μία διαρκής διαπραγμάτευση ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, στο ξένο και το δικό σου. Είναι μια καθημερινή Οδύσσεια που δεν έχει Χάρτες. Και όμως, όσοι την έζησαν και την αντέξανε, έγιναν ήρωες. Ήρωες αθόρυβοι. Όπως ο παππούς που γύρισε στο νησί του ύστερα από 50 χρόνια και φίλησε το χώμα.
Και τότε, καταλαβαίνεις ότι το νόστιμον ήμαρ δεν είναι μια μέρα στο ημερολόγιο. Είναι μια εσωτερική επιστροφή. Είναι το σημείο όπου παύεις να είσαι ξένος – όχι στους άλλους, αλλά στον εαυτό σου.
Η Ιθάκη του Καβάφη είναι μια υπενθύμιση:
Δεν μετράει μόνο ο προορισμός. Το έπος της ζωής βρίσκεται στον δρόμο. Στην επιμονή να μην ξεχνάς από πού έρχεσαι, όσο μακριά κι αν φτάσεις.
Γιατί η Ιθάκη δεν είναι ο τερματισμός. Είναι η αφορμή.
Τη δικιά μου Ιθάκη τη λένε Άνδρο και το νόστιμον ήμαρ πλησιάζει..
Καλή αντάμωση
Γιώργος Δ. Καλλιβρούσης