
Σε έναν βραδινό περίπατο στην πεζογέφυρα του Νειμποριού, με πορεία προς το λιμάνι, πριν από λίγες ημέρες, η φεγγαρολουσμένη θάλασσα έμοιαζε να κρατά μέσα της όλες τις σκέψεις του κόσμου, και τις δικές μου. Το φως του φεγγαριού απλωνόταν απαλά πάνω στο νερό και το έκανε να μοιάζει άλλοτε ήρεμο και άλλοτε ανήσυχο, όπως ακριβώς και η ανθρώπινη ψυχή. Δημιουργούσε σκέψεις ευχάριστες και δυσάρεστες, αναμνήσεις και προσδοκίες, εικόνες από το παρελθόν και όνειρα για το μέλλον, όλα με τη σειρά τους και όλα ανακατεμένα, σαν κύματα που σμίγουν.
Εκεί που το μυαλό ταξίδευε, η σκέψη διακόπηκε από έναν φίλο. Από εκείνους τους ανθρώπους που αποτελούν σταθερό σημείο στον τόπο τους. Διατηρεί ένα από τα καταστήματα που δεν κλείνουν ποτέ. Όχι μόνο από επαγγελματική ανάγκη, αλλά από βαθύτερη ευθύνη, γιατί σε μικρούς τόπους, κάποια φώτα πρέπει να μένουν αναμμένα. Μιλήσαμε για λίγο, χωρίς πολλά λόγια, αλλά με ουσία. Και προτού αποχαιρετιστούμε, με το γνωστό του χαμόγελο, μου είπε περήφανος, όχι με κομπασμό, αλλά με εκείνη τη σιγουριά που πηγάζει από τη ζωή την ίδια. Βράχος στον βράχο.
Η φράση έμεινε να ηχεί μέσα μου. Βράχος στον βράχο. Όχι μόνο για εκείνον. Για όλους εκείνους. Για τους ανθρώπους των νησιών μας. Γιατί υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι. Ένας ένας και όλοι μαζί. Άνθρωποι που ζουν τον δύσκολο χειμώνα στα νησιά, μακριά από τις θερινές ωραιότητες. Μακριά από τα γέλια των επισκεπτών, από τη φασαρία των λιμανιών, από τα γεμάτα τραπέζια και τους γεμάτους δρόμους. Όταν τα φώτα λιγοστεύουν, όταν τα καράβια αραιώνουν, όταν ο αέρας δυναμώνει και η θάλασσα θυμάται τη δύναμή της. Τότε είναι που μένουν εκείνοι.
Είναι οι άνθρωποι που ξέρουν ότι ο τόπος δεν είναι μόνο οι ωραίες φωτογραφίες του καλοκαιριού. Είναι και η σιωπή του χειμώνα. Είναι το πρωινό που ξημερώνει με βοριά. Είναι το κατάστημα που ανοίγει για πέντε ανθρώπους. Είναι το φως που ανάβει σε ένα σπίτι και φαίνεται από μακριά, σημάδι ζωής και επιμονής.
Και δεν μένουν απλώς. Το υπηρετούν. Υπηρετούν τον τόπο τους με τρόπο σχεδόν αθόρυβο. Κρατούν τα μαγαζιά, τα σχολεία, τα λιμάνια, τις εκκλησιές, τις καθημερινές λειτουργίες που κάνουν ένα νησί να μην είναι μόνο ένας καλοκαιρινός προορισμός, αλλά μια ζωντανή κοινότητα.
Και το απολαμβάνουν. Υπάρχει μια ιδιαίτερη περηφάνια σε εκείνους που ζουν στα νησιά όλο τον χρόνο. Μια βαθιά γνώση του τόπου. Ξέρουν πότε αλλάζει ο καιρός από τη μυρωδιά της θάλασσας. Ξέρουν πότε θα φουσκώσει ο αέρας προτού ακόμη το πει το δελτίο. Ξέρουν κάθε πέτρα, κάθε μονοπάτι, κάθε ιστορία.
Και το ζουν. Δεν το υπομένουν απλώς. Το ζουν με πληρότητα. Με μικρές χαρές που στην πόλη μοιάζουν ασήμαντες αλλά στα νησιά γίνονται πολύτιμες. Μια ήσυχη κουβέντα, ένας καφές με θέα το πέλαγος, μια καλημέρα που έχει βάρος γιατί λέγεται κάθε μέρα από τους ίδιους ανθρώπους. Και κάποιοι με ασίγαστη δημιουργικότητα.
Και το καμαρώνουν. Όχι με θόρυβο. Όχι με μεγάλα λόγια. Αλλά με εκείνο το χαμόγελο που λέει είμαι εδώ. Με εκείνη τη στάση που δείχνει ότι η ρίζα είναι πιο σημαντική από την ευκολία.
Οι νησιώτες του χειμώνα είναι οι φύλακες της συνέχειας. Είναι εκείνοι που κρατούν ζωντανό τον τόπο για να τον βρουν ξανά οι πολλοί όταν έρθει το καλοκαίρι. Είναι εκείνοι που ξέρουν ότι το νησί δεν είναι εποχή, είναι τρόπος ζωής.
Αυτό σημαίνει βράχος στον βράχο. Να στέκεσαι δίπλα στον άλλον. Να στέκεσαι δίπλα στον τόπο. Να αντέχεις τον καιρό, τον χρόνο, τη μοναξιά, χωρίς να χάνεις την ανθρωπιά σου. Γιατί τα νησιά μας δεν τα κρατούν μόνο οι πέτρες και τα σπίτια. Τα κρατούν οι άνθρωποι. Αυτοί που μένουν όταν φεύγουν οι πολλοί. Αυτοί που ξέρουν να αγαπούν έναν τόπο χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα.
Βράχος στον βράχο. Έτσι χτίζονται οι κοινότητες. Έτσι μένουν ζωντανά τα νησιά. Έτσι συνεχίζεται η Ελλάδα.
Γιάννης Βαθυάς