Η …κανονικότητα των λέξεων

Υπάρχουν λέξεις που ακούγονται ωραία προτού καν σκεφτούμε τι σημαίνουν. Λέξεις λείες, φροντισμένες, κοινωνικά αποδεκτές, που κυκλοφορούν με άνεση στον δημόσιο λόγο, στα άρθρα γνώμης, στις πολιτικές διακηρύξεις, στις εταιρικές παρουσιάσεις, στις αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα. Λέξεις που λειτουργούν σχεδόν παρηγορητικά, σαν να αρκεί η εκφορά τους για να δηλώσουμε καλή πρόθεση, ηθική επάρκεια ή κοινωνική ευαισθησία. Είναι οι ωραίες λέξεις της εποχής μας.

Πρώτη και καλύτερη, η ενσυναίσθηση ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική. Την ακούμε παντού. Στην εκπαίδευση, στην ψυχική υγεία, στην πολιτική, στη διοίκηση, στην επιχειρηματικότητα. Μαζί της παρελαύνουν η κοινωνική συνοχή, η βιωσιμότητα, η ανάπτυξη, η συμπερίληψη, η αλληλεγγύη, η ανθεκτικότητα. Και, όλο και συχνότερα, η κανονικότητα. Ένα λεξιλόγιο που μοιάζει να υπόσχεται έναν πιο ανθρώπινο, πιο δίκαιο, πιο ισορροπημένο κόσμο. Το ερώτημα όμως παραμένει επίμονο. Γνωρίζουμε πραγματικά τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Γνωρίζουμε τι απαιτούν από εμάς όταν πάψουν να είναι απλώς λέξεις;

Η ενσυναίσθηση, για παράδειγμα, δεν είναι συνώνυμη της καλοσύνης ούτε μια γενική, αόριστη κατανόηση. Δεν είναι ένα ευγενικό νεύμα συμφωνίας ούτε μια συναισθηματική επίδειξη. Είναι η ικανότητα να μπαίνεις, έστω για λίγο, στη θέση του άλλου χωρίς να τον κρίνεις, χωρίς να τον απλοποιείς, χωρίς να τον χρησιμοποιείς ως επιχείρημα για τη δική σου αφήγηση. Απαιτεί χρόνο, σιωπή, ενεργητική ακρόαση και συχνά προσωπικό κόστος. Δεν είναι πάντα άνετη. Μπορεί να είναι ενοχλητική, γιατί μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε βεβαιότητες και να αμφισβητήσουμε ρόλους. Όταν όμως μετατρέπεται σε λέξη σύνθημα, χάνει τη δυσκολία της και συγχρόνως χάνει και τη δύναμή της.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με την κοινωνική συνοχή. Συχνά τη χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε ένα ιδανικό σύνολο, μια κοινωνία δεμένη, χωρίς εντάσεις και ρωγμές. Στην πράξη όμως, κοινωνική συνοχή δεν σημαίνει ομοιομορφία, ούτε σιωπή. Δεν σημαίνει να μοιάζουμε όλοι, ούτε να συμφωνούμε σε όλα. Σημαίνει αποδοχή της διαφοράς, δίκαιη κατανομή ευκαιριών, θεσμούς που εμπνέουν εμπιστοσύνη και συμμετοχή. Αν δεν συνοδεύεται από πολιτικές αποφάσεις, από κοινωνικές υποδομές και από διάθεση σύγκρουσης με τις αιτίες του αποκλεισμού, τότε παραμένει μια ωραία, αλλά κενή έννοια.

Η βιωσιμότητα είναι άλλη μία λέξη που χρησιμοποιείται με εντυπωσιακή ευκολία. Τη συναντάμε σε αναπτυξιακά σχέδια, σε εταιρικές στρατηγικές, σε οικολογικά αφηγήματα και διαφημιστικά συνθήματα. Όμως βιωσιμότητα δεν είναι απλώς να συνεχίσουμε να υπάρχουμε. Είναι να το κάνουμε χωρίς να εξαντλούμε ανθρώπους, φυσικούς πόρους και κοινωνικές αντοχές. Είναι να σκεφτόμαστε το μέλλον χωρίς να θυσιάζουμε το παρόν. Όταν γίνεται απλώς ένα πράσινο περιτύλιγμα παλιών πρακτικών, τότε μετατρέπεται σε επικοινωνιακό τέχνασμα, σε μια λέξη που καθησυχάζει χωρίς να δεσμεύει.

Και η ανάπτυξη. Για χρόνια τη μετρήσαμε σχεδόν αποκλειστικά με αριθμούς, ρυθμούς και δείκτες. Σήμερα τη στολίζουμε με επίθετα βιώσιμη, δίκαιη, συμπεριληπτική. Όμως ανάπτυξη χωρίς ανθρώπινη αξιοπρέπεια, χωρίς ποιότητα ζωής, χωρίς ουσιαστική πρόσβαση στην παιδεία, την υγεία και την εργασία, δεν είναι ανάπτυξη. Είναι απλώς μεγέθυνση. Οι λέξεις εδώ δεν αρκούν. Χρειάζονται επιλογές που φαίνονται, κρίνονται και βιώνονται στην καθημερινότητα.

Μέσα σε αυτό το λεξιλόγιο προστίθεται τα τελευταία χρόνια και η κανονικότητα. Μια λέξη φαινομενικά απλή, σχεδόν αυτονόητη, που όμως κουβαλά μεγάλο βάρος. Τη χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε επιστροφή, σταθερότητα, ασφάλεια. Να ξαναβρούμε τη ζωή μας, όπως ήταν ή όπως τη φανταζόμαστε. Όμως ποια κανονικότητα εννοούμε; Και για ποιον είναι κανονική;

Για κάποιους, η κανονικότητα σημαίνει προβλεψιμότητα και έλεγχο. Για άλλους, σημαίνει επιβίωση μέσα σε συνθήκες που ποτέ δεν ήταν πραγματικά δίκαιες. Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους η λεγόμενη κανονικότητα ήταν ανέκαθεν συνώνυμη της ανασφάλειας ή του αποκλεισμού. Όταν λοιπόν μιλάμε για κανονικότητα χωρίς να αναγνωρίζουμε αυτές τις εμπειρίες, κινδυνεύουμε να εξιδανικεύσουμε ένα παρελθόν που δεν ήταν κοινό για όλους.

Η κανονικότητα, όπως και οι άλλες ωραίες λέξεις, δεν είναι ουδέτερη. Κρύβει επιλογές, ιεραρχήσεις και αξίες. Μπορεί να λειτουργήσει ως στόχος συλλογικής ισορροπίας, αλλά μπορεί και να γίνει εργαλείο σιωπής, πίεσης για συμμόρφωση, άρνησης της αλλαγής. Όταν την επικαλούμαστε χωρίς ερωτήματα, γίνεται εύκολα μια λέξη που κλείνει συζητήσεις αντί να τις ανοίγει.

Δεν είναι κακό που χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις. Αντιθέτως, είναι ενθαρρυντικό ότι ο δημόσιος λόγος επιχειρεί να στραφεί σε αξίες και όχι μόνο σε τεχνικές λύσεις. Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι λέξεις προηγούνται των πράξεων και δεν τις ακολουθούν ποτέ. Όταν γίνονται άλλοθι αντί για πυξίδα. Όταν τις επαναλαμβάνουμε τόσο συχνά που παύουμε να ακούμε το βάθος και τις απαιτήσεις τους.

Μια από τις προκλήσεις της εποχής μας είναι η χρήση των λέξεων με λιγότερη ευκολία και περισσότερη ευθύνη. Να αναρωτηθούμε τι απαιτούν από εμάς στην πράξη, όχι τι ωραίο δηλώνουν για εμάς στον λόγο. Γιατί οι ωραίες λέξεις έχουν αξία μόνο όταν μετατρέπονται σε δύσκολες, συγκεκριμένες πράξεις. Παύουν να είναι μόδα και γίνονται στάση ζωής, ατομική και κοινή ευθύνη.

Γιάννης Βαθυάς

Συνεχίστε την ανάγνωση